Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μομφή

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: μομφή Medium diacritics: μομφή Low diacritics: μομφή Capitals: ΜΟΜΦΗ
Transliteration A: momphḗ Transliteration B: momphē Transliteration C: momfi Beta Code: momfh/

English (LSJ)

ἡ, poet. form of μέμψις (also in Pl.Ep.323b),

   A blame, reproof, Pi.N.8.39; μομφῆς ἄτερ τέθνηκεν A.Th.1015; cause of complaint, μομφὰν ἔχειν τινί Pi.I.4(3).36; ἕν σοι μομφὴν ἔχω in one thing I blame thee, E.Or.1069; μομφὰς ὑπὸ σπλάγχνοις ἔχειν Id.Alc.1009; πρός τινα μ. ἔχειν Ep.Col.3.13: c. gen., μ. ἔχων ξυνοῦ δορός S.Aj.180 (lyr.); ὧν ἕνεκα μ. ἔχει Ar.Pax664.

German (Pape)

[Seite 201] ἡ, Tadel, Vorwurf; μομφὰν ἔχει παίδεσσιν Ἑλλάνων, Pind. I. 3, 54, μομφὰν ἐπισπείρων ἀλιτροῖς, N. 8, 39; μομφῆς ἄτερ, Aesch. Spt. 1001; ἤ τινα μομφὰν ἔχων ξυνοῦ δορός, Soph. Ai. 180, zu klagen habend, wie ἕν σοι μομφὴν ἔχω Eur. Or. 1069, vgl. Phoen. 780; auch Ar. Pax 647, = μέμφομαι; in Prosa, Plat. Ep. VI, 323 b.

Greek (Liddell-Scott)

μομφή: ἡ, ποιητ. τύπος τοῦ μέμψις (ὡσαύτως ἐν Πλάτ. Ἐπιστ. 323Β), μέμψις, κατηγορία, ψόγος, παράπονον, προσβολή, Πινδ. Ν. 8. 66· μομφῆς ἄτερ τέθνηκεν Αἰσχύλ. Θήβ. 1060· - αἰτία παραπόνων, μομφὴν ἔχειν τινὶ Πινδ. Ι. 4. 61 (3. 54)· οὕτως, ἕν σοι μομφὴν ἔχω, εἰς ἓν πρᾶγμα σὲ μέμφομαι, Εὐρ. Ὀρ. 1069· μομφὰς ὑπὸ σπλάγχνοις ἔχειν ὁ αὐτ. ἐν Ἀλκ. 1009· - ὡσαύτως μετὰ γεν., μ. ἔχων ξυνοῦ δορὸς Σοφ. Αἴ. 180· ὧν ἕνεκα μ. ἔχει Ἀριστοφ. Εἰρ. 664.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
blâme, reproche, plainte, grief : μομφὴν ἔχειν τινός SOPH avoir un grief contre qqn.
Étymologie: μέμφομαι.

English (Strong)

from μέμφομαι; blame, i.e. (by implication), a fault: quarrel.

English (Thayer)

μομφης, ἡ (μέμφομαι), blame: ἔχειν μομφήν πρός τινα, to have matter of complaint against anyone, Pindar, Tragg., others.)

Greek Monolingual

η (Α μομφή και μόμφις)
1. κατηγορία, ψόγος
2. επίπληξη, παρατήρηση, μάλωμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Από την ετεροιωμένη βαθμίδα μομφ- της ρίζας μεμφ- του μέμφομαι].

Greek Monotonic

μομφή: ἡ (μέμφομαι), κατηγορία, ψόγος, επίκριση, σε Πίνδ., Αισχύλ.· αίτιο ή βάση, αφορμή για επίκριση, παράπονο, μομφὴν ἔχειν τινί, σε Πίνδ.· ἕν σοι μομφὴν ἔχω, για ένα πράγμα σε κατηγορώ, σε Ευρ.· μομφὴ ξυνοῦ δορός, για να προασπίσω το κοινό μας δόρυ, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

μομφή: дор. μομφά ἡ порицание, упрек, жалоба (μομφῆς ἄτερ θνῄσκειν Aesch.): μομφὴν ἔχειν τινί Pind., Soph., Eur., τινός Soph. и τινὸς ἕνεκα Arph. жаловаться (негодовать) на кого(что)-л.

Middle Liddell

μομφή, ἡ, μέμφομαι
blame, censure, Pind., Aesch.:— cause or ground of complaint, μομφὴν ἔχειν τινί Pind.; ἕν σοι μομφὴν ἔχω in one thing I blame thee, Eur.; μ. ξυνοῦ δορός blame as to helping spear, Soph.

Chinese

原文音譯:momf» 蒙費
詞類次數:名詞(1)
原文字根:指責
字義溯源:嫌隙,訴苦,歸咎;源自(μέμφομαι)*=指責)
出現次數:總共(1);西(1)
譯字彙編
1) 嫌隙(1) 西3:13