Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιφύλαξη

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

η
δισταγμός, αναμονή με περίσκεψη («ἐχω τις επιφυλάξεις μου για το θέμα αυτό»)
2. (νομ.) η διατήρηση του δικαιώματος μερικής ή ολικής αναιρέσεως, από εκείνον που κάνει δήλωση περί επιφυλάξεως, ως προς μιαν υπόσχεση που δίδεται ή ως προς μιαν υποχρέωση που αναλαμβάνεται από κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιφυλάσσω. Η λ. στον λόγιο τ. επιφύλαξις μαρτυρείται από το 1859 στον Αναστάσιο Πολυζωίδη].