Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δισταγμός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

German (Pape)

[Seite 643] ὁ, das Zweifeln, der Zweifel, Plut. Apophth. Lac. p. 191 u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

δισταγμός: ὁ, (διστάζω) ἀμφιβολία, ἐνδοιασμός, Πλούτ. 2. 214Ε.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
doute, incertitude.
Étymologie: διστάζω.

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ
1 duda, incertidumbre Agatharch.21, Phld.Rh.2.183Aur., D.T.Fr.45, A.D.Synt.264.27, Plu.2.214f, Amph.Ep.Syn.43, Steph.in Hp.Progn.126.14, Porph.ad Il.11.28, Sch.Er.Il.2.72b, 339a, Sch.Ar.Eq.22a.
2 vacilación Herm.Sim.9.28.4, Eus.HE 10.6.3.

Greek Monolingual

ο (AM δισταγμός
Α και διστασμός) διστάζω
το να διστάζει κανείς, ενδοιασμός
αρχ.
αμφιβολία.

Russian (Dvoretsky)

δισταγμός: ὁ колебание, нерешительность Plut.