Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζέστη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και ζέστα, η (Μ ζέστη)
θερμότητα, υψηλή θερμοκρασία
νεοελλ.
1. θαλπωρή
2. (για ασθενή) πυρετός, υπερθερμία
3. φρ. α) «δε μού κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη» — αδιαφορώ τελείως για κάτι
β) «δεν τον βρίσκεις ούτε στο κρύο ούτε στη ζέστη» — είναι αλλοπρόσαλλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζεστός. Ο τ. ζέστα υποχωρητικός σχηματισμός < ζεσταίνω].