Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κένωση

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

η (ΑΜ κένωσις, Α και ποιητ. τ. κενέωσις) κενώ
1. το άδειασμα
2. ιατρ. εκκένωση, αφόδευση, αποπάτηση
νεοελλ.
το σερβίρισμα
αρχ.
1. ιατρ. ελάττωση του αίματος, πενιχρή δίαιτα
2. (για τη σελήνη) η φθίνουσα.