Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατάσχεση

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

Greek Monolingual

η (AM κατάσχεσις) κατέχω
κατακράτηση, κατοχή
νεοελλ.
(νομ.) η πράξη με την οποία περιουσιακό στοιχείο κάποιου τίθεται υπό δικαστική δέσμευση και του αφαιρείται το δικαίωμα διάθεσής του
(α. «αναγκαστική κατάσχεση» β. «συντηρητική κατάσχεση»)
μσν.
1. περιορισμός, φυλάκιση
2. σύλληψη
αρχ.
1. συγκράτηση, αναχαίτιση
2. στάση, τρόπος συμπεριφοράς.