Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατάσχεση

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η (AM κατάσχεσις) κατέχω
κατακράτηση, κατοχή
νεοελλ.
(νομ.) η πράξη με την οποία περιουσιακό στοιχείο κάποιου τίθεται υπό δικαστική δέσμευση και του αφαιρείται το δικαίωμα διάθεσής του
(α. «αναγκαστική κατάσχεση» β. «συντηρητική κατάσχεση»)
μσν.
1. περιορισμός, φυλάκιση
2. σύλληψη
αρχ.
1. συγκράτηση, αναχαίτιση
2. στάση, τρόπος συμπεριφοράς.