Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατέχω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: κατέχω Medium diacritics: κατέχω Low diacritics: κατέχω Capitals: ΚΑΤΕΧΩ
Transliteration A: katéchō Transliteration B: katechō Transliteration C: katecho Beta Code: kate/xw

English (LSJ)

fut. καθέξω (of duration) Il.18.332, κατασχήσω (of momentary action) Hdt.5.72, Th.4.42: aor. κατέσχον, poet.

   A κατέσχεθον Hes.Th.575, S.El.754; Ep. 3sg. κάσχεθε Il.11.702, Aeol. κατέσκ [εθε] Alc.Supp. la.12; imper. κατάσχες E.Ba.555 (lyr.), later κατάσχε Philostr.Ep.38(v.l.), PMag.Lond.97.404; late aor. κατέσχα PGen. 54.22 (iv A.D.).    I trans., hold fast, καλύπτρην χείρεσσι Hes.Th. 575.    b hold back, withhold, εἴ με βίῃ ἀέκοντα καθέξει Il.15.186, cf. 11.702, Od.15.200; ἐν κολεῷ ξίφος Pi.N.10.6: check, restrain, bridle, ἑωυτόν Hdt.6.129, cf.Pl.Chrm.162c, Men.Sam.112; [γυναῖκε] A.Pers. 190; ἱππικὸν δρόμον S.El.754; δάκρυ A.Ag.204 (lyr.); ὀργήν, θυμόν, ὕβριν, etc., S.El.1011, OC874, E.Ba.555 (lyr.), etc.; δύνασιν S.Ant. 605 (lyr.); τὴν διάνοιαν Th.1.130; κ. τὴν ἀγωγήν put it off, Id.6.29; κ. τὸ πλῆθος ἐλευθέρως, ἰσχύϊ, Id.2.65, 3.62; κ. τινὰ πολέμῳ Id.1.103; τὰ δάκρυα Pl.Phd.117d, al.; τὸν γέλωτα X.Cyr.2.2.5, Pl.La.184a, Thphr.Char.2.4; οὖρον hold in, Gal.8.407 (but -όμενα [οὖρα] as a disease, Hp.Prorrh.1.59, cf. Gal.16.639); ἑαυτὸν κατέχει μὴ ἐπιπηδᾶν restrains himself from... Pl.Phdr.254a:—Pass., to be held down, γλῶσσα κατείχετο Hp.Epid.5.50; ἐπιθυμίας -ομένας Pl.R. 554c; to be bound, ὁρκίοισι μεγάλοισι Hdt.1.29; ὑποσχέσει PAmh. 2.97.17 (ii A.D.); τοῖς τινων ὀφειλήμασιν PRyl.117.13 (iii A.D.); of a nation, to be kept under (by tyrants), Hdt.1.59.    c detain, κ. [αὐτοὺς] ἐνιαυτόν Id.6.128, cf. 8.57, Th.8.100; κ. [αὐτοὺς] ὥστε μὴ ἀπιέναι X. Mem.2.6.11:—Pass., to be detained, stay, Hdt.8.117, S.Tr.249; περὶ Κρήτην Th.2.86, etc.    d in imprecations, inhibit (cf. καταδέω (A) 111), Tab.Defix.Aud.50.11 (iv B.C.), PMag.Par.1.2077; Μανῆν καταδῶ καὶ κατέχω Tab.Defix.109.    e place under arrest, PFlor.61.60 (i A.D.), etc.    f keep an oath, ὅρκον SIG526.39 (Itanos, iii B.C.).    2 c.gen., gain possession of, be master of, τῶν ἐπιστημῶν μὴ πάνυ κ. Arist.Cat.9a6; τῆς ὀργῆς Philem.185 codd. Stob.; τῆς παραποταμίας βίᾳ κατέσχον D.S.12.82, cf. Plb.14.1.9; τῆς Ἀσίας ἐθνῶν App.Praef. 9; control, τινων LXX 1 Ma.6.27; ἑαυτῶν Erot.s.v.προπετής; μηκέτι κατέχων ἑαυτοῦ Hdn.1.15.1, cf. 1.7.3; cling to, τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου LXX 3 Ki.1.51.    II possess, occupy, esp.of rulers, A.Th. 732 (lyr.), E.Hec.81 (anap.); σῴζειν ἅπερ ἃν ἅπαξ κατάσχωσι whatever they have got, Isoc.12.242; esp. of property. enjoy possession of, PTeb.5.47 (ii B.C.), etc. (but also, sequestrate, PLille3.16 (Pass., iii B.C.), etc.); ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες 2 Ep.Cor.6.10.    b dwell in, occupy, Ὀλύμπου αἴγλαν S.Ant.609 (lyr.); esp. of tutelary gods, Παρνασίαν ὃς κ. πέτραν, of Dionysus, Ar.Nu.603 (lyr.), cf. X.Cyr.2.1.1, SIG662.10 (Delos, ii B.C.), Luc.Alex.10; of a place, μέσον ὀμφαλὸν γᾶς Φοίβου κ. δόμος E.Ion223 (lyr.); of the dead. θήκας Ἰλιάδος γᾶς… κατέχουσι occupy, A.Ag.454 (lyr.), cf. S.Aj.1167 (anap.).    2 of sound, fill, οἱ δ' ἀλαλητῷ πᾶν πεδίον κατέχουσι Il. 16.79; κ. στρατόπεδον δυσφημίαις fill it with his grievous cries, S. Ph.10; οἰμωγὴ… κατεῖχε πελαγίαν ἅλα A.Pers.427, cf. E.Hipp.1133 (lyr.):—Pass., οἶκος κλαυθμῷ κατείχετο Hdt.1.111.    3 πανδάκρυτον βιοτὰν κ. continue to live a life... S.Ph.690 (lyr.).    4 to be spread over, cover, νὺξ… δνοφερὴ κάτεχ' οὐρανόν Od.13.269; ἡμέρα πᾶσαν κατέσχε γαῖαν A.Pers.387, cf. Ar.Nu.572 (lyr.); τίνες αὖ πόντον κατέχουσ' αὖραι; Cratin.138; ὀσμὴ… κατὰ πᾶν ἔχει δῶ Hermipp.82.9:—Pass., σελήνη… κατείχετο… νεφέεσσιν Od.9.145, cf. Il.17.368, 644:—Med., Ep.aor., κατέσχετο χερσὶ πρόσωπα Od.19.361; κατασχομένη ἑανῷ having covered her face, Il.3.419.    5 of the grave, confine, cover, τοὺς δ' ἤδη κάτεχεν φυσίζοος αἶα 3.243, cf. Od.11.301, Orac. ap. Hdt.1.67; as a threat, πάρος τινὰ γαῖα καθέξει sooner shall earth cover many a one, Il.16.629, cf. Od.13.427, etc.    6 of circumstances, etc., hold fast, have one in their power, μιν κατὰ γῆρας ἔχει χεῖράς τε πόδας τε Od.11.497; ὃν θάνατος δακρυόεις καθέχει (sic) IG12.987; ἐχθρὰ Φάλαριν κ. φάτις Pi.P.1.96; τινὰ… λάθα κ. Id.N.8.24; [φθορὰ] κ. τὸν σὸν δόμον S.OC370; τύχη, πόλεμος κ. τινά, Pl.Hp.Ma.304c, Ep. 317a; κ. κίνδυνος Σικελίαν ib.355d; συνέβη λοιμώδη νόσον κατασχεῖν τὴν Ἰταλίαν Hdn.1.12.1:—Pass., ὑπὸ μεγάλης ἀνάγκης κατεχόμενοι Pl. Lg.858a: rarely in good sense, ὁ δ' ὄλβιος, ὃν φᾶμαι κατέχοντ' ἀγαθαί Pi.O.7.10; μεγάλαι κ. τύχαι γένος ὀρνίθων Ar.Av.1726 (lyr.); εὐμοιρίας -εχούσης τὸν βίον Hdn.2.5.1.    b of circumstances, etc., prevail, prevail among, engage, ἄλλα τῶν κατεχόντων πρηγμάτων χαλεπώτερα Hdt.6.40, cf. 1.65; μεγάλοι θόρυβοι κατέχουσ' ἡμᾶς murmurs are rife among us, S.Aj.142 (anap.); φήμης ἀθρόας -σχούσης τὸ Ἑλληνικόν a sudden rumour having overspread Greece, Philostr.VA8.15.    7 seize, occupy, in right of conquest, τὸ Καδμείων πέδον dub. in S.OC 381; esp. in histor. writers, -σχήσειν [τὴν ἀκρόπολιν] Hdt.5.72; τὰ πρήγματα Id.3.143; τὰ ἐχυρά X.Cyr.3.1.27; τὰ κύκλῳ τῆς Ἀττικῆς ἁρμοσταῖς D.18.96; φρουραῖς τὰς πόλεις Plu.2.177d.    8 achieve, effect an object, Isoc.2.25; πρᾶξιν Arist.Pol.1312a33.    9 master, understand, οὐ κατέχω τί βούλει φράζειν Pl.Phlb.26c, cf. Men.72d, Ceb.34; περὶ φύσεως κ. πάντας τοὺς λόγους Sosip.1.17, cf. 33; κ. νοῦν στίχων grasp the sense of... Puchstein Epigr.Gr.p.9.    b keep in mind, remember, χρήσιμον καὶ τοῦτο κατασχεῖν τὸ στοιχεῖον Epicur. Ep.1p.10U., cf. Thphr.Char.26.2, Men.Epit.109; κ. τινὰ ὀψοφάγον Chrysipp.Tyan. ap. Ath.1.5e; κ. ὅτι, διότι, PCair.Zen.60.10 (iii B.C.), Phld.Herc.1251.15:—Pass., Epicur.Ep.1p.31U.    10 possess, of a god, εἰ θεός ἐστιν ὁ σὰς κατέχων φρένας PLit.Lond.52.12; τοιοῦτος ἔρως κατεῖχε τὴν ἄνθρωπον she was so infatuated, Plu.Alc.23; of an actor, κ. τὸ θέατρον held the audience spellbound, Plu.Dem.29 (but, kept the audience waiting, Phoc.19); of poets, μύθοις [τοὺς ἀκούοντας] κ. Luc.JTr.39 (v.l. κατηχοῦσι):—mostly in Pass., of persons, to be possessed, inspired, Pl.Ion533e; ἐξ Ὁμήρου ib.536b; ἐκ θεῶν X. Smp.1.10; κάρῳ Phld.D.1.18; τὸ θέατρον κατείχετο the audience was spellbound, Eun.Hist.p.247 D.; of hydrophobia patients, Philum. Ven.4.11; of a lover, τῷ αὐτῷ θεῷ (sc. Ἔρωτι) κατέσχημαι Luc. DMort.19.1:—also in aor. Med., Pl.Phdr.244e.    III follow close upon, press hard, X.Cyr.1.4.22 (dub.l.), Cyn.6.22:—Pass., ib. 9.20.    IV bring a ship to land, Hdt.6.101, 7.59, Plu.2.162a.    B intr.,    1 (sc. ἑαυτόν) control oneself, S.OT782; οὐκέτι καθέξω Men.Pk.394; εἶπεν οὖν μὴ κατασχών Plu.Art.15; οὐ κατέσχεν App.BC3.43: c. inf., κ. τὸ μὴ δακρύειν Pl.Phd.117c.    b stop, cease, of the wind, Ar.Pax944 (lyr.).    2 come from the high sea to shore, put in (v. supr. IV), νηΐ Θορικόνδε h.Cer.126; τῆς Μαγνησίης χώρης ἐς τὸν αἰγιαλόν Hdt.7.188, cf. 6.101, Plb.1.25.7, Plu. Thes.21; τίνες ποτ' ἐς γῆν τήνδε… κατέσχετε; S.Ph.221, cf. 270, E. Heracl.83 (lyr.), Antipho 5.21, etc.: c. acc. loci, E.Hel.1206, Cyc. 223; of a journey by land, rest, προξένων δ' ἔν του κατέσχες; Id.Ion 551, cf. Plb.5.71.2: metaph., εὖ κατασχήσει shall come safe to land, S.El.503 (lyr.).    3 prevail, ὁ λόγος κ. the report prevails, Th.1.10; κληδὼν ἐν ἁπάσῃ τῇ πόλει κατεῖχεν And.1.130; σεισμῶν -εχόντων Th.3.89; ὁ βορέας κατεῖχεν Arist.Mete.345a1, cf. 360b33, Thphr.CP1.5.1.    4 gain the upper hand, παρά τινι Thgn.262; gain one's purpose, Lys.3.42; ὁ δὲ κατεῖχε τῇ βοῇ Ar.Ec.434; νομίζοντες ῥᾳδίως κατασχήσειν Arist.Pol.1307b10.    C Med., keep back for oneself, embezzle, [τὰ χρήματα] Hdt.7.164.    2 cover oneself, v. supr. A.11.4.    3 hold, contain, Plb.9.26a.7.    II aor. Med., = κατέχω B. 2, Od.3.284.    2 in pass. sense, τεαῖς ῥιπαῖσι κατασχόμενος subdued, Pi.P.1.10; καρδίαν κατέσχετο ἔρωτι was seized with, possessed by, E.Hipp.27; v. supr.A. 11.10.

German (Pape)

[Seite 1399] (s. ἔχω), 1) anhalten, festhalten, aufhalten, zurückhalten; εἴ με βίῃ ἀέκοντα καθέξει Il. 15, 186; μή μ' ὁ γέρων ἀέκοντα κατάσχῃ ᾧ ἐνὶ οἴκῳ Od. 15, 200; ὁ μὲν ἔνθα κατέσχετ' ἐπειγόμενός περ ὁδοῖο 3, 284; ἐν κουλεῷ ξίφος κατασχοῖσα Pind. N. 10, 6; παῖς δ' ἐμὸς κατεῖχε κἀπράϋνε τὰς στάσιν τευχούσας Aesch. Pers. 186; δάκρυ μὴ κατασχεῖν, die Thränen nicht zurückhalten, Ag. 202, vgl. 227, wie Plat. Phaed. 117 d, wo er auch κατέχειν τὸ μὴ δακρύειν sagt; so ἑαυτὸν κατέχει μὴ ἐπιπηδᾶν τῷ ἐρωμένῳ Phaedr. 254 a, öfter; γέλωτα, das Lachen zurückhalten, Lach. 184 a, wie Xen. Cyr. 2, 2, 1; μηνίσασα Λητῴα κόρη κατεῖχ' Ἀχαιούς Soph. El. 561; τεάν, Ζεῦ, δύνασιν τίς ἀνδρῶν ὑπερβασία κατάσχοι Ant. 601; κατάσχες ὀργήν El. 999; καθέξω θυμόν O. C. 878; φονίου ἀνδρὸς ὕβριν κατάσχες Eur. Bacch. 555, vgl. Or. 1149; in Prosa, Her. 6, 129, Thuc. 1, 91; κατέχειν τὴν διάνοιαν, d. i. verbergen, 1, 130; τὴν ἀναγωγήν, aufschieben, 6, 29; μόγις ἑαυτὸν κατέχων, indem er sich selbst kaum hielt, Plat. Charm. 162 c, wofür Hdn. 1, 15, 1 κατέχειν ἑαυτοῦ sagt; μὴ κατασχόντες αὑτῶν, sie konnten sich vor Freude nicht halten, 1, 7, 15; κατ. τῆς ὀργῆς Philem. Stob. fl. 20, 4; τὴν ἐπῳδὴν τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις αἱ Σειρῆνες ἐπᾴδουσαι κατεῖχον, ὥςτε μὴ ἀπιέναι ἀπ' αὐτῶν τοὺς ἐπᾳσθέντας Xen. Mem. 2, 6, 11. – Dah. im med. u. pass. sich aufhalten, verweilen, zögern; πλεῖστον ἐν Λυδοῖς χρόνον κατείχετο Soph. Tr. 248; Her. 8, 117; περὶ Κρήτην κατείχοντο Thuc. 2, 86, vgl. 3, 94. – 2) inne haben, halten, einnehmen; οἱ δ' ἀλαλητῷ πᾶν πεδίον κατέχουσι Il. 16, 79; νὺξ κάτεχ' οὐρανόν, Nacht hatte den Himmel inne, bedeckte ihn, Od. 13, 269; pass., οὐρανὸς νεφέεσσι κατείχετο 9, 145; med., γρηϋς δὲ κατέσχετο χερσὶ πρόσωπα, sie hielt sich, bedeckte ihr Gesicht mit den Händen, 19, 361; βῆ δὲ κατασχομένη ἑανῷ, nachdem sie sich mit dem Gewande verhüllt hatte, Il. 3, 419. – Bei Hom. τοὺς δ' ἤδη κάτεχεν φυσίζοος αἶα Iliad. 3, 243, die Erde hielt sie, bedeckte sie, von den Gestorbenen; πρὶν καί τινα γαῖα καθέξει, eher soll noch manchen die Erde bedecken, 16, 629 Od. 13, 427. 15, 31; umgekehrt, θήκας Ἰλιάδος γᾶς κατέχουσιν, Aesch. Ag. 442, τάφον εὐρώεντα καθέξει Soph. Ai. 1146; κόνιν σήραντες ἣ κατεῖχε τὸν νέκυν Ant. 405. – Pind. φάτις τινὰ κατέχει, der Ruf hat ihn inne, P. 1, 96, φῆμαι Ol. 7, 10, λάθα P. 8, 24; τόπον κατέχειν Plat. Tim. 63 d, τὴν ἕδραν Parm. 148 e; ἡ σφοδρὰ ἡδονὴ κατέχουσα Phil. 45 e. – In Besitz nehmen, einnehmen, behaupten, λευκόπωλος ἡμέρα πᾶσαν κατέσχε Aesch. Pers. 389; οἰμωγὴ δ' ὁμοῦ κωκύμασιν κατεῖχε πελαγίαν ἅλα, Wehklage erfüllte das Meer, 419; κατέχεις Ὀλύμπου μαρμαρόεσσαν αἴγλαν Soph. Ant. 605; πόθεν κλέος γ' ἂν εὐκλεέστερον κατέσχον 499; βιοτ άν, leben, Phil. 685; δόμους κατασχεῖν ἐκβαλοῦσ' ἡμᾶς θέλεις Eur. Androm. 156; μέλλων τὴν ἀκρόπολιν κατασχήσειν Her. 5, 72; ἵνα κατάσχῃ τὰ ἐν Σάμῳ πρήγματα 3, 143; τόπον, ἀρχὴν κατασχεῖν, Plat. Rep. II, 360 b VIII, 560 c; λαμβάνειν ὧν ἂν ἐπιθυμῶσι καὶ σώζειν ἅπερ ἂν ἅπαξ κατάσχωσιν Isocr. 12, 242; erhalten, behaupten, τὴν ἀρχήν Xen. Cyr. 7, 5, 76; καθέξειν τὰ πράγματα Dem. 2, 9; Pol. 1, 18, 9 u. Sp. auch c. gen., τῆς παραποταμίας βίᾳ κατέσχον D. Sic. 12, 82; Pol. 14, 1, 9 u. öfter App. – Von den Schutzgöttern eines Landes, die das Land im Besitz haben, Ar. Nubb. 593 Xen. Cyr. 2, 1, 1; Ath. VII, 283 b. – Vom Unglück, von üblen Zuständen u. dgl., φθορὰν οἵα κατέσχε τὸν σὸν ἄθλιον δόμον Soph. O. C. 371, μεγάλοι θόρυβοι κατέχουσ' ἡμᾶς ἐπὶ δυσκλείᾳ, üble Gerüchte herrschen von uns, Ai. 142, κατεῖχ' ἀεὶ πᾶν στρατόπεδον δυσφημίαις, er beherrschte, erfüllte das Lager mit Unglückstönen, Phil. 10; ἐμὲ δὲ δαιμονία τις τύχη κατέχει Plat. Hipp. mai. 304 c; ἐπειδὴ κίνδυνος κατέχει Σικελίαν Ep. VIII, 355 c; von der Pest, Hdn. 1, 12, 1; ταραχὴ καὶ πένθος πάντας κατεῖχε 2, 6, 1; pass., ὑπὸ μεγάλης ἀνάγκης κατέχεσθαι Plat. Legg. IX, 858 a. – Aber κατέχειν τὸ θέατρον ist = das Theater, die Zuschauer fesseln, für sich gewinnen, τοιαῦτα κατέχει τὸν δῆμον = solche Stimmung beherrscht das Volk. – Uebertr. auf das Geistige, begreifen, verstehen, οὐ σφόδρα κατέχω, τί βούλει φράζειν Plat. Phil. 26 c; Men. 72 d; – κατέχεσθαι ἔκ τινος, von Einem begeistert werden, Plat. Ion 536 b u. öfter in diesem Gespräch, κατεχόμενος καὶ μαινόμενος 536 d, καὶ ἔνθεος 533 e; καὶ ἐπίπνους Men. 99 d; so auch aor. med. in passiv. Bdtg, τῷ ὀρθῶς μανέντι καὶ κατασχομένῳ Phaedr. 244 e, womit man vgl. Eur. Hipp. 27 καρδίαν κατέσχετο ἔρωτι δεινῷ u. Hel. 42. – 3) intrans.; – a) wie ναῦν κατίσχειν gesagt wird, bes. von Schiffenden, anlanden, anlegen, so daß man ναῦν ergänzen kann, τίνες ποτ' ἐς γῆν τήνδε ναυτίλῳ πλάτῃ κατέσχετε Soph. Phil. 221, vgl. 270; Eur. Heracl. 84; ποδαπὸς δ' ὅδ' ἁνὴρ καὶ πόθεν κατέσχε γῆν durch κατῆλθε erkl., Hel. 1222; ἐπετήρουν τοὺς Ἀθηναίους οἷ κατασχήσουσιν Thuc. 4, 42; ὑπὸ τοῦ χειμῶνος ἠναγκάσθημεν κατασχεῖν εἰς τὸ χωρίον Antiph. 5, 21; κατέσχε τῆς χώρης ἐς τὸν αἰγιαλόν Her. 7, 188, oft; Sp., wie Pol., der auch vom Landmarsch sagt κατασχὼν εἰς Γαλααδῖτιν, 5, 71, 2. – b) gut von Statten gehen, εἰ μὴ τόδε φάσμα νυκτὸς εὖ κατασχήσει, gut eintreffen, Soph. El. 493. – c) bestehen, obwaten; ὁ λόγος κατέχει, die Sage besteht, hat sich behauptet, Thuc. 1, 10; öfter bei Arr. An.; κλῃδών Andoc. 1, 130; τὰ κατέχοντα πρήγματα, die obwaltenden Umstände, Her. 6, 40. – Auch = überwiegen, mehr gelten, die Oberhand haben, Theogn. 262. – Anhalten, wie Winde, Ar. Pax 944; auch εἶπεν οὖν μὴ κατασχών, Plut. Artax. 15. – 4) das med. ist schon zum Theil angeführt; – für sich zurückhalten, τὰ χρήματα, unterschlagen, Her. 7, 164; – in sich begreifen, Pol. 9, 21, 7.

Greek (Liddell-Scott)

κατέχω: μέλλ. καθέξω καὶ κατασχήσω: ἀόρ. κατέσχον, ποιητ. κατέσχεθον Σοφ. Ἠλ. 754, Ἐπικ. γ΄ ἑνικ. κάσχεθε Ἰλ. Λ. 702. ΙΙ. μεταβ., κρατῶ ἰσχυρῶς, καλύπτρην χείρεσσι Ἡσ. Θ. 575. β) κρατῶ ὀπίσω, κατακρατῶ, εἴ με βίη ἀέκοντα καθέξει Ἰλ. Ο. 186, πρβλ. Λ. 702, Ὀδ. Ο. 500· ἐν κουλεῷ ξίφος Πινδ. Ν. 10.11·-ἀναχαιτίζω, ἐμποδίζω, κυβερνῶ, χαλιναγωγῶ, ἑωυτὸν Ἡρόδ. 6.129 (ἴδε κατωτ. Β.Ι.)· ἵππους Αἰσχύλ. Πέρσ. 190, πρβλ. Σοφ. Ἠλ. 754· δάκρυ Αἰσχύλ. Ἀγ. 204· ὀργήν, θυμόν, ὕβριν, κτλ., Σοφ. Ἠλ. 1011, Ο.Κ.874, Εὐρ. Βάκχ. 555, κτλ.· δύνασιν Σοφ. Ἀντ. 605· τὴν διάνοιαν Θουκ. 1.130· κ. τὴν ἀναγωγήν, ἀναβάλλω, 6.29· κ. τὸ πλῆθος ἐλευθέρως, ἰσχύϊ 2.65., 3.62· κατ. τινὰ πολέμῳ 1.103· ἐπιθυμίας Πλάτ. Πολ. 554C· τὰ δάκρυα ὁ αὐτ. ἐν Φαίδωνι 117D (ὀλίγον ἀνωτέρω, κατ. τὸ μὴ δακρύειν), κ. ἀλλ.· τὸν γέλωτα Ξεν. Κύρ. 2. 2, 5, κτλ.· ἑαυτὸν κατέχει μὴ ἐπιπηδᾶν, «κρατεῖται» ἀπὸ τοῦ νά…, Πλάτ. Φαῖδρ. 254Α.- Παθ., κατέχομαι, εἶμαι δεδεμένος, ὁρκίοισι Ἡρόδ. 1.29· ἐπὶ ἔθνους, τηροῦμαι ὑπόδουλος, ὑποτάσσομαι (εἰς τυράννους), ὁ αὐτ. 1.59. γ) κρατῶ, κατ. αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὁ αὐτ. 6.128, πρβλ. 6.57· κ. αὐτοὺς ὥστε μὴ ἀπιέναι Ξεν. Ἀπομν. 2.6, 11.- Παθ., κρατοῦμαι, μένω, ἀργοπορῶ, βραδύνω, Ἡρόδ. 8.117, Σοφ. Τρ. 249, Θουκ. 2.86, κτλ. 2) μετὰ γεν., ἔχω εἰς τὴν κατοχήν μου, εἶμαι κύριός τινος, τῶν ἐπιστημῶν μὴ πάνυ κ. Ἀριστ. Κατηγ. 8, 4· τῆς ὀργῆς Φιλήμ. παρὰ Στοβ. 171.38· τῆς παραποταμίας βίᾳ κατέσχον Διόδ. 12. 82, πρβλ. Πολύβ. 14. 1, 9· μηκέτι κατέχων ἑαυτοῦ Ἡρῳδιαν. 1. 25, 1, κτλ.· ἴδε πλείονα παρὰ τῷ Schweigh. εἰς Ἀππ. προοίμ. 9, Δινδ. εἰς Σχόλ. Δημ. 1. σ. 69. ΙΙ. ἔχω ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν μου, ἐξουσιάζω, ἰδίως ἐπὶ ἀρχόντων, Αἰσχύλ. Θήβ. 732, Εὐρ. Ἑκ. 81· σώζειν ἅπερ ἂν ἅπαξ κατάσχωσι, ὅ,τι δήποτε λάβωσιν ὑπὸ τὴν κυριότητά των, Ἰσοκρ. 283D, πρβλ. 20Α· κατ. πάντας τοὺς λόγους Σωσίπ. ἐν «Καταψ.» 1. 17, πρβλ. 8. 33. β) κατοικῶ, Ὀλύμπου αἴγλαν Σοφ. Ἀντ. 609· ἰδίως ἐπὶ θεῶν προστατῶν, Παρνασίαν ὃς κ. πέτραν, ἐπὶ τοῦ Διονύσου, Ἀριστοφ. Νεφ. 603, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 2. 1, 1· ἐπὶ τόπου, μέσον ὀμφαλὸν Φοίβου κ. δόμος Εὐρ. Ἴων. 222. 2) ἐπὶ ἤχου, γεμίζω, πληρῶ, οἱ δ’ ἀλαλητῷ πᾶν πεδίον κατέχουσι Ἰλ. ΙΙ. 79· κ. στρατόπεδον δυσφημίαις, τὸ γεμίζω μὲ κακὰς φωνάς, δυσφημίας, Σοφ. Φιλ. 10· οἰμωγὴ… κατεῖχε πελαγίαν ἅλα Αἰσχύλ. Πέρσ. 427.- Παθ., κατέχεσθαι κλαυθμῷ Ἡρόδ. 1. 111. 3) πανδάκρυτον βιοτὰν κ., ἐξακολουθῶ νὰ ζῶ ζωήν…, Σοφ. Φιλ. 690. 4) κατέχω καὶ καλύπτω, ἐξαπλοῦμαι, καλύπτω, νύξ... δνοφερὴ κάτεχ’ οὐρανὸν Ὀδ. Ν. 269· ἡμέρα πᾶσαν κατέσχε γαῖαν Αἰσχύλ. Πέρσ. 387, πρβλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 572· τινὲς αὖ πόντον κατέχουσ’ αυραι Κρατῖνος ἐν «Ὀδυσσεῦσιν» 1· ὀδμὴ… κατὰ πᾶν ἔχει δῶ Ἕρμιππ. ἐν «Φορμ.» 2. 9.- Παθ., κατείχετο γὰρ νεφέεσσιν σελήνη Ὀδ. Ι. 145, πρβλ. Ἰλ. Ρ. 368, 644· ὡσαύτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, κατέσχετο χερσὶ πρόσωπα Ὀδ. Τ. 361· κατασχομένη ἑανῷ, καλυφθεῖσα, καλύψασα τὸ πρόσωπον, Ἰλ. Γ. 419. 5) ἐπὶ τοῦ τάφου, περιέχω, περικαλύπτω, τοὺς δ’ ἤδη κατέχει φυσίζοος αἶα Γ. 243, Ὀδ. Λ. 301, πρβλ. 549, Ἰλ. Σ. 332· ὡς ἀπειλή, πρὶν καί τινα γαῖα καθέξει, πρὶν ἢ καλύψῃ…, ΙΙ. 629, Ὀδ. Ν. 427, κτλ., πρβλ. Χρησμ. παρ’ Ἡροδ. 1. 67· τἀνάπαλιν ἐπὶ τῶν νεκρῶν, θήκας Ἰλιάδος γῆς… κατέχουσι, κεῖνται ἐν αὐταῖς, Αἰσχύλ. Ἀγ. 454, πρβλ. Σοφ. Αἴ. 1167. 6) ἐπὶ καταστάσεων καὶ τῶν τοιούτων, κρατῶ χαμηλά, κατανικῶ, καταθλίβω, μιν κατὰ γῆρας ἔχει Ὀδ. Λ. 497· φάτις κατέχει νιν Πινδ. ΙΙ. 1. 186, πρβλ. Ο. 7. 18, κτλ.· μεγάλοι θόρυβοι κατέχουσ’ ἡμᾶς ἐπὶ δυσκλείᾳ Σοφ. Αἴ. 142· φθορὰ κ. τὸν σὸν δόμον ὁ αὐτ. Ο. Κ. 370· τύχη, πόλεμος κ. τινὰ Πλάτ. Ἱππ. Μείζων 304C, κτλ.· σπανίως ἐπὶ καλῆς σημασίας, εὐμοιρία κ. τὸν βίον Ἡρῳδιαν. 2. 5. β) ἐπὶ περιστάσεως, κατέχω τὸν νοῦν, ἐνασχολῶ τὴν προσοχήν τινος, ἄλλα τῶν κατεχόντων πρηγμάτων χαλεπώτερα Ἡρόδ. 6. 40 καὶ 41, πρβλ. 1. 65, ἂν καὶ ἐν τῷ χωρίῳ τούτῳ ἡ φράσις δύναται νὰ σημαίνῃ τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι τοὺς ἀνεχαίτιζον, ἴδε ἀνωτ. Ι. 1.β. 7) καταλαμβάνω ὡς κατακτητής, τὸ Καδμείων πέδον Σοφ. Ο. Κ. 380· ἰδίως παρ’ ἱστορικοῖς συγγραφεῦσι, κατ. τὴν ἀκρόπολιν Ἡρόδ. 5. 72· τὰ χωρία 6. 101· τὰ πρήγματα 3. 143· τὰ ἐχυρὰ Ξεν. Κύρ. 3. 1, 27· τὰ κύκλῳ Ἀττικῆς ἁρμοσταῖς Δημ. 258. 6· φρουρᾷ τὰς πόλεις Πλούτ. 2. 177C. 8) ἐπιτυγχάνω, κατορθώνω τι, ἐκτελῶ, ἀντίθετον τῷ βουλεύειν, Λυσ. 100. 10· τὴν πρᾶξιν Πολύβ. 5. 10, 27, 9) «κατέχω», ἐννοῶ, καταλαμβάνω, οὐ κατέχω τί βούλει φράζειν, non teneo..., non capio…, Πλάτ. Φίληβ. 26C, πρβλ. Μένωνα 72D, Κέβητ. Πίνακ. 34. 10) ἐν τῷ Παθ., ἐπὶ προσώπ., κατέχομαι, δηλ. διατελῶ ὑπὸ ἔμπνευσιν, εἶμαι ἔνθεος, ἐνθουσιασμένος, Πλάτ. Ἴων. 533Ε, 536Β, D, κ. ἀλλ.· ἐκ θεῶν Ξεν. Συμπ. 1. 10, πρβλ. ἐπίπνοος·- ὡσαύτως ἐν τῷ μέσῳ ἀορ., Πλάτ. Φαῖδρ. 244Ε, ἔνθα ἴδε Stallb. ΙΙΙ. ἀκολουθῶ ἐκ τοῦ πλησίον, πιέζω, ὠθῶ, ἐπείγω, Λατιν. urgere, Ξεν. Κύρ. 1. 4, 22, Κυν. 6. 22·- Παθ., ὁ αὐτ. ἐν Κυν. 9. 20. IV. φέρω πλοῖον εἰς τὴν ξηράν, Ἡρόδ. 6. 101., 7. 59· ἴδε κατωτ. Β. 2. Β. ἀμεταβ. 1) (ἐξυπακ. τοῦ ἑαυτὸν) κρατῶ ἐμαυτόν, εἶμαι κύριος ἐμαυτοῦ, Σοφ. Ο. Τ. 782· εἶπεν οὖν μὴ κατασχὼν Πλουτ. Ἀρτοξ. 15· οὐ κατέσχεν Ἀππ. Ἐμφυλ. 3. 43· μετ’ ἀπαρ., κ. τὸ μὴ δακρύειν Πλάτ. Φαίδων 117C· μετὰ μετοχ., ἴδε ἀνωτ. Ι. 1. β) κρατῶ ἐμαυτόν, «σταματῶ», λήγω, παύω, π.χ. ἐπὶ τοῦ ἀνέμου, Ἀριστοφ. Εἰρ. 944. 2) ἔρχομαι ἐκ τοῦ πελάγους εἰς τὴν ἀκτήν, προσορμίζομαι (ἴδε ἀνωτ. IV), νηῒ Θορικόνδε Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 126· (ἄνευ τοῦ νηῒ) ἐς τόπον Ἡρόδ. 7. 188, πρβλ. 8. 41· τίνες ποτ’ ἐς γῆν τήνδε… κατέσχετε; Σοφ. Φιλ. 220, πρβλ. 270, Εὐρ. Ἡρακλ. 84, Ἀντιφ. 131. 44, κτλ.· ἀλλὰ μετ’ αἰτ. τόπου, Εὐρ. Ἑλ. 1206, Κύκλ. 223·- ἐπὶ ὁδοιπορίας διὰ ξηρᾶς, ἀναπαύομαι, προξένων δ’ ἔν του κατέσχες Εὐρ. Ἴων 551, πρβλ. Πολύβ. 5. 71, 2. 3) ὑπερισχύω, ἐπικρατῶ, ὁ λόγος κατέχει, ἡ φήμη ἐπικρατεῖ, Θουκ. 1. 10, πρβλ. Ἀνδοκ. 17. 10· σεισμοὶ κατ., ἐπικρατοῦσιν, εἶνε συχνοί, Θουκ. 3. 89· ὁ βορέας κατεῖχεν Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 7, 12, πρβλ. 2. 4, 14, Θεόφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 1. 5, 1. 4) ἐπικρατῶ, νικῶ, Θέογν. 262· κατορθώνω τὸν σκοπόν, Λυσ. 100. 10· ὁ δὲ κατεῖχε τῇ βοῇ Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 434· νομίζοντες ῥᾳδίως κατασχήσειν Ἀριστ. Πολιτικ. 5. 7, 12· (ἡ πλήρης φράσις, κατασχήσειν τὴν πρᾶξιν ἀπαντᾷ ἐν 5. 10, 27). 5) συμβαίνω, ἀποβαίνω, εὖ κατασχήσει Σοφ. Ἡλ. 503. Γ. Μέσ., κρατῶ δι’ ἐμαυτόν, κατακρατῶ, σφετερίζομαι, τὰ χρήματα Ἡρόδ. 7. 164. 2) καλύπτομαι, ἴδε ἀνωτ. Α. ΙΙ. 4. 3) περιέχω, περιλαμβάνω, Πολύβ. 9. 21, 7. ΙΙ. κατασχόμενος Πινδ. ΙΙ. 1. 18, πρβλ. Εὐρ. Ἱππ. 27· ἴδε ἀνωτ. Α. ΙΙ. 9.

French (Bailly abrégé)

f. καθέξω et κατασχήσω, ao.2 κατέσχον;
A. tr. I. retenir, d’où
1 contenir, arrêter : τινα qqn ; ἵππους ESCHL retenir des chevaux ; τὰ δάκρυα PLAT retenir ses larmes ; κατάσχες ὀργήν « réfrène ton ardeur ! » ; τινα ὥστε μή avec l’inf. ou τινα avec l’inf. retenir ou empêcher qqn de;
2 retenir auprès de soi, garder, conserver : τινα ὥστε μὴ ἀπιέναι XÉN garder qqn et l’empêcher de s’en aller;
3 continuer, poursuivre : πανδάκρυτον βιοτάν SOPH supporter une vie lamentable;
II. posséder :
1 détenir : σῴζειν ἅπερ ἂν ἅπαξ κατάσχωσι ISOCR conserver ce qu’une fois ils auraient pu avoir en leur possession;
2 occuper (un lieu, l’Olympe, etc.);
3 envelopper, couvrir : νὺξ κατέχ’ οὐρανόν OD la nuit enveloppait le ciel ; ἡμέρα κατέσχε γαῖαν ESCHL le jour se répandit sur la terre ; Pass. κατείχετο νεφέεσσιν (σελήνη) OD (la lune) était recouverte par les nuages;
4 remplir en parl. de bruit, de cris : ἀλαλητῷ πεδίον κ. IL remplir la plaine de cris de guerre ; στρατόπεδον δυσφημίαις SOPH remplir le camp de cris (qui troublent les sacrifices);
III. avec idée de violence s’emparer de, d’où
1 envahir, occuper : τὴν ἀκρόπολιν HDT la citadelle;
2 particul. au Pass., en parl. de la possession religieuse κατέχεσθαι ἔκ τινος XÉN être possédé, càd inspiré par la divinité;
3 se rendre maître de, réaliser, effectuer : τι qch;
4 s’attacher à, presser vivement, acc.;
B. intr. (s.e. ἑαυτόν);
I. se retenir, d’où
1 se contenir : εἶπε μὴ κατασχών PLUT il parla sans contrainte ; avec l’inf. : κ. τὸ μὴ δακρύειν PLAT se retenir de pleurer;
2 t. de marine arrêter sa course, aborder ; fig. εἰ τόδε εὖ κατασχήσει SOPH si l’affaire arrive à bon port;
II. être maître de (propr. posséder, occuper) d’où
1 dominer, prévaloir : ὁ λόγος κατέχει THC le bruit se répand ; σεισμοὶ κατέχουσιν THC les tremblements de terre sont fréquents;
2 arriver à son but;
Moy. κατέχομαι (f. καθέξομαι, ao.2 κατεσχόμην);
I. intr. 1 s’arrêter;
2 ao.2 au sens Pass. être possédé (par l’amour);
II. tr. 1 tirer en arrière pour soi-même, détourner : χρήματα HDT l’argent;
2 envelopper, couvrir sur soi : χερσὶ πρόσωπα OD se couvrir le visage de ses mains ; intr. se couvrir : ἑανῷ IL se couvrir le visage de son vêtement.
Étymologie: κατά, ἔχω.

English (Autenrieth)

fut. καθέξει, aor. 2 κατέσχον, pass. κατέχονται, ipf. κατείχετο, -έχοντο, mid. aor. κατέσχετο, part. κατασχομένη, aor. 2, parallel forms, κατέσχεθον, sync. κάσχεθε: I. act., hold down, Od. 24.242; hold fast, keep back, Il. 11.702, Od. 15.200; occupy, ‘fill,’ Il. 16.79; fig., of the earth holding down (within its depths) the buried dead, πρὶν καί τινα γαῖα καθέξει, Π , Il. 3.243; of the heavens held (obscured) by night, the moon by clouds, Od. 13.269, Od. 9.145.—II. mid., hold down upon or cover oneself or a part of oneself, Il. 3.419, Od. 19.361; stop, tarry, Od. 3.284.

English (Slater)

κατέχω (κατέχει, -έχοντι; -έχων: aor. -έσχεθε; -σχοῖσα: aor. med. pro pass., -σχόμενος.)
   a encompass, surround met. ὁ δ' ὄλβιος, ὃν φᾶμαι κατέχωντ ἀγαθαί (Π: -έχοντ codd.) (O. 7.10) ἐχθρὰ Φάλαριν κατέχει παντᾷ φάτις (P. 1.96) ἦ τιν' ἄγλωσσον μέν, ἦτορ δ ἄλκιμον, λάθα κατέχει ἐν λυγρῷ νείκει (Hermann e Σ: κατέχει τε, κατέχειν codd.) (N. 8.24)
   b restrain μονόψαφον ἐν κολεῷ κατασχοῖσα ξίφος pr. having kept (N. 10.6) εἴ τις ἀνδρῶν κατέχει φρασὶν αἰανῆ κόρον (I. 3.2)
   c captivate ὁ δὲ (αἰετὸς) κνώσσων ὑγρὸν νῶτον αἰωρεῖ τεαῖς ῥιπαῖσι κατασχόμενος i. e. by the strains of the lyre (P. 1.10)
   d gain possession of καί ποτε τὸν τρικάρανον Πτωίου κευθμῶνα κατέσχεθε fr. 51b. met., ἀγαπᾶται, μέτρα μὲν γνώμᾳ διώκων μέτρα δὲ καὶ κατέχων (I. 6.71), but cf. Borthwick, C. Q., 1959, 23ff.
   e frag. ]ραν κατεχε[ Θρ. 5a. 6.

Spanish

sujetar, sostener, gobernar, dominar, controlar

English (Strong)

from κατά and ἔχω; to hold down (fast), in various applications (literally or figuratively): have, hold (fast), keep (in memory), let, X make toward, possess, retain, seize on, stay, take, withhold.

English (Thayer)

imperfect κατεῖχον; 2nd aorist subjunctive κατάσχω; imperfect passive κατειχομην;
1. to hold back, detain, retain;
a. τινα, from going away, followed by τοῦ μή with an infinitive, Buttmann, § 140,16 β.; cf. Winer's Grammar, 604 (561)); τινα πρός ἐμαυτόν, Homer down; cf. Passow, under the word, p. 1677a; (Liddell and Scott, under the word, II:6)), of some troublesome condition or circumstance by which one is held as it were bound: νοσήματι, G T Tr WH omit the passage); ἐν τίνι, to restrain, hinder (the course or progress of): τήν ἀλήθειαν ἐν ἀδικία, τό κατέχον, that which hinders, namely, Antichrist from making his appearance (see ἀντίχριστος); the power of the Roman empire is meant; ὁ κατέχων, he that hinders, cheeks, namely, the advent of Antichrist, denotes the one in whom that power is lodged, the Roman emperor: Lightfoot in B. D. under Thessalonians, Second Epistle to the), especially Schneckenburger in the Jahrbücher f. deutsche Theol. for 1859, p. 421 f). κατέχω (namely, τήν ναῦν) εἰς τήν αἰγιαλόν, to check the ship's headway (better (cf. the preceding context) "to hold or head the ship, cf. Herodotus 7,59.188 etc.; Bos, Ellips. (edited by Schaefer), p. 318; see, too, Odyssey 11,455f (cf. Eustathius 1629,18; Thomas Magister, Ritschl edition, p. 310,7ff); but Passow (as below), et al., take the verb as intransitive in such a connection, viz. to make for; cf. Kypke, Observations, 2:144) in order to land, Xenophon, Hell. 2,1, 29 κατασχων ἐπί τήν Ἀβερνιδα; many other examples are given in Passow, under the word, II:3; (Liddell and Scott, under the word, B. 2)).
c. to hold fast, keep secure, keep from possession of: with the accusative of the thing, τόν λόγον, Buttmann, §§ 139,58; 150,20; Winer's Grammar, 561 (522)); τάς παραδόσεις, τό καλόν, τήν παρρησίαν (τήν ἀρχήν etc.) μέχρι τέλους βεβαίαν κατασχεῖν, τήν ὁμολογίαν τῆς ἐλπίδος ἀκλινῆ, obtinere, i. e.
a. to get possession of, take: R G; to possess: 2 Corinthians 6:10.

Greek Monolingual

(AM κατέχω)
1. έχω κάτι υπό την κατοχή μου, είμαι κύριος ενός πράγματος (α. «κατέχει το κτήμα» β. «κρατεῑν ὧν κατεσχήκασι κλήρων»)
2. κρατώ υπό την εξουσία μου, εξουσιάζω (α. «ο εχθρός κατέχει την πόλη» β. «τὴν χρονώδη Θρῄκην κατέχει», Ευρ.)
3. είμαι γνώστης, γνωρίζω καλά (α. «κατέχει την τέχνη του» β. «τῶν ἐπιστημῶν μὴ πάνυ κατέχη», Αριστοτ.)
4. μτφ. (για καλές ή κακές καταστάσεις ή περιστάσεις) κυριεύω κάποιον, κρατώ κάποιον σε κάτι ωφέλιμο ή δυσάρεστο (α. «τον κατέχει μεγάλη λύπη για τον θάνατο του πατέρα του» β. «κατέχεται από έμμονες ιδέες» γ. «μεγάλαι κατέχουσι τύχαι γένος ὀρνίθων διὰ τόνδε τὸν ἄνδρα», Αριστοφ.)
5. επισύρω, απασχολώ την προσοχή κάποιου (α. «τον κατέχει περιέργεια» β. «φήμης ἀθρόας κατεχούσης τὸ Ἑλληνικόν», Φιλόστρ.)
6. αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, εννοώ (α. «κατέχεις τί σού λέω;» β. «οὐ κατέχω τὶ βούλει φράζειν», Πλάτ.)
7. συγκρατώ στη μνήμη μου, θυμάμαι (α. «δεν κατέχεις τίποτα από όσα σού είπα χθές;» β. «καὶ τοῦτο κατασχεῑν το στοιχεῑον», Επίκ.)
νεοελλ.
1. υπηρετώ, βρίσκομαι σε κάποια θέση (α. «ο θείος του κατείχε το αξίωμα του πρωθυπουργού επί τέσσερα χρόνια» β. «το φρούριο κατέχει οχυρή θέση»)
2. θεωρώ, πιστεύω («δεν το κατέχεις φυσικό στον άνθρωπο είντα γίνη, πάντα να λέγει το κακό και το καλό ν' αφήνει», Ερωτόκρ.)
νεοελλ.-μσν.
(η μτχ. μέσ. ενεστ. ως επίθ.) κατεχόμενος ή κατεχάμενος, -ένη, -ο
έμπειρος
μσν.
1. (σχετικά με πόνους) αντέχω, υπομένω
2. κρατώ σε ορισμένη θέση
3. αναγνωρίζω, παραδέχομαι, αποδέχομαι
4. έχω τη δυνατότητα, μπορώ
5. μέσ. κατέχομαι
α) σταματώ κάποιον, εμποδίζω
β) (η μτχ. μέσ. ενεστ. ως επίθ.) ολοκληρωτικός
μσν.-αρχ.
1. κρατώ κάποιον κοντά μου («κατέχων ἐνιαυτὸν [τοὺς μνηστῆρας]», Ηρόδ.)
2. συλλαμβάνω
3. (για τη γη ή τον τάφο) περιέχω, περικαλύπτω, σκεπάζω («τοὺς δ' ἤδη κάτεχεν φυσίζοος αἶα», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
1. κρατώ κάτι γεράκατακρῆθεν δὲ καλύπτρειν... χείρεσσι κατέσχεθε», Ησιόδ.)
2. εμποδίζω, αναχαιτίζω, συγκρατώ (α. «κατέχειν τὴν διάνοιαν οὐκ ἐδύνατο», Θουκ.
β. «γλῶσσα κατείχετο», Ιπποκρ.)
3. κρατώ πίσω, κατακρατώ («μὴ μ' ὁ γέρων ἀέκοντα κατάσχῃ ᾧ ἐνὶ οἴκω», Ομ. Οδ.)
4. προσκολλώμαι
5. κρατώ κάποιον «δεμένο» με μαγικά μέσα, σε κατάδεσμο («Μανῆν καταδῶ καὶ κατέχω»)
6. κατοικώ, διαμένω (α. «κατέχεις Ὀλύμπου μαρμαρόεσσαν αἴγλαν», Σοφ. β. «ὁ Ἀσκληπιὸς σὺν τῷ πατρὶ Ἀπόλλωνι καθέξει τὸ τοῦ Ἀβώνου τεῑχος», Λουκιαν.)
7. (για ήχο) απλώνομαι σε όλη την έκταση, πληρώ, γεμίζω (α. «ἀλλ' ἀγρίαις κατεῑχ' ἀεὶ πᾱν στρατόπεδον δυσφημίαις», Σοφ.
β. «οἶκος μὲν πᾱς Ἁρπάγου κλαυθμῷ κατείχετο», Ηρόδ.)
8. εξακολουθώ να ζω με κάποιο τρόπο («πῶς ἄρα πανδάκρυτον οὕτω βιοτὰν κατέσχεν», Σοφ.)
9. ξαπλώνομαι, καλύπτω κάποιο τόπο, εκτείνομαι σε έκτασηἡμέρα πᾱσαν κατέσχε γαῑαν», Αισχύλ.)
10. καταλαμβάνω, κυριεύω ως κατακτητής («τὴν ἀκρόπολιν μέλλων... κατασχήσειν», Ηρόδ.)
11. πετυχαίνω, κατορθώνω («ἂ μὴ μέλλη κατασχήσειν τὴν πρᾱξιν», Αριστοτ.)
12. (για ηθοποιό) κρατώ σε αναμονή, κάνω το ακροατήριο να περιμένει («ἠγανάκτει καὶ κατεῑχε τὸ θέατρον», Πλούτ.)
13. (για ποιητές) θέλγω, συγκρατώ με την ποίηση («οἱ ποιηταὶ μέτροις κατᾴδουσι καὶ μύθοις κατέχουσι», Λουκιαν.)
14. πιέζω, ωθώ («καὶ ἰσχυρὰν τὴν φυγὴν τοῑς πολεμίοις [ἰσχυρῶς] κατέχων ἐποίει», Ξεν.)
15. φέρνω πλοίο στην ξηρά («ἠρόμην αὐτὸν ὅπου τὴν ναῡν οἴεται κατασχήσειν», Πλούτ.)
16. προσορμίζομαι, αράζω προσωρινά, πιάνω σε ένα μέρος («ἐκ τῆς Κρήτης ἀποπλέων εἰς Δῆλον κατέσχε», Πλούτ.)
17. είμαι κύριος του εαυτού μου, συγκρατώ τον εαυτό μου («κἀγὼ βαρυνθείς... μόλις κατέσχον», Σοφ.)
18. (για τον άνεμο) σταματώ, παύω, κοπάζω («ἐν ὅσῳ σοβαρὰ θεόθεν κατέχει... μετάτροπος αὔρα», Αριστοφ.)
19. (για ταξιδιώτες) σταματώ σε κάποιο μέρος για ανάπαυση («καὶ κατασχὼν εἰς τὴν Γαλάτιν», Πολ.)
20. υπερισχύω, επικρατώ («περὶ αὐτῶν... λόγου κατεσχηκότος» — γι' αυτά έχει επικρατήσει η διάδοση, Θουκ.)
21. επικρατώ, νικώ («νομίζοντες ῥᾳδίως κατασχήσειν», Αριστοτ.)
22. φέρω εις πέρας τον σκοπό μου
23. (ενεργ. και μέσ.) κρατώ για τον εαυτό μου, κατακρατώ, σφετερίζομαι («κρατήσας μεγάλων χρημάτων... παρεὸν κατασχέσθαι οὐκ ἠθέλησε», Ηρόδ.)
24. μέσ. κατέχομαι
α) περιέχομαι, περιλαμβάνομαι («καὶ βουνώδεις πλείους οἰκίας ὑπολαμβάνουσι κατέχεσθαι τῶν ἐπιπέδων», Πολ.)
β) καλύπτω, σκεπάζω («κατέσχετο χερσὶ πρόσωπα», Ομ. Οδ.)
25. παθ. α) είμαι από υποχρέωση δεσμευμένος («ὁρκίοισι γὰρ μεγάλοισι κατείχοντο», Ηρόδ.)
β) βρίσκομαι σε έκσταση («ἔνθεοι ὄντες καὶ κατεχόμενοι», Πλάτ.)
26. φρ. (για νερό) «κατέχω θήκην» — κείμαι, είμαι θαμμένος («θήκας Ἰλιάδος γᾱς... κατέχουσιν», Αισχύλ.).

Greek Monotonic

κατέχω: μέλ. καθέξω και κατασχήσω· αόρ. βʹ κατέσχον, ποιητ. κατέσχεθον, Επικ. γʹ ενικ. κάσχεθε·
Α. I. 1. μτβ., κρατώ δυνατά, σε Ησίοδ.
2. κρατώ πίσω, παρακρατώ, σε Όμηρ.· αναχαιτίζω, εμποδίζω, κυβερνώ, χαλιναγωγώ, σε Ηρόδ., Αττ. — Παθ., δεσμεύομαι, κατέχομαι, παρακρατούμαι, σε Ηρόδ.
3. κρατώ, εμποδίζω, στον ίδ., Ξεν. — Παθ., είμαι υπό κράτηση, περιμένω, καθυστερούμαι, σε Ηρόδ., Σοφ.
II. 1. έχω υπό την κατοχή μου, είμαι κύριος πράγματος, εξουσιάζω, σε Τραγ.
2. λέγεται για τον ήχο, γεμίζω, αντιλαλώ, ἀλαλητῷ πεδίον κατέχουσι, σε Ομήρ. Ιλ.· κ. στρατόπεδον δυσφημίαις, το γεμίζει με τις θλιβερές κραυγές του, σε Σοφ.
3. βιοτὰν κ., συνεχίζω την ζωή, στον ίδ.
4. επικρατώ, απλώνομαι, καλύπτω, νὺξ κατέχ' οὐρανόν, σε Ομήρ. Οδ.· ἡμέρα κάτεσχε γαῖαν, σε Αισχύλ.· στη Μέσ., κατέσχετο πρόσωπα, κάλυψε το πρόσωπό της, σε Ομήρ. Οδ.
5. λέγεται για τον τάφο, περιορίζω, καλύπτω, σε Όμηρ.
6. λέγεται για συνθήκες και άλλες παρόμοιες καταστάσεις, κρατώ χαμηλά, κατανικώ, καταθλίβω, σε Ομήρ. Οδ., Σοφ.· λέγεται για περιστάσεις, ενασχολώ το μυαλό ή απασχολώ την προσοχή, σε Ηρόδ.
7. καταλαμβάνω ως κατακτητής, στον ίδ., Σοφ. κ.λπ.
8. κατανοώ, αντιλαμβάνομαι, κατέχω, σε Πλάτ.
9. στην Παθ., λέγεται για πρόσωπα, καταλαμβάνομαι, τελώ υπό έμπνευση, σε Ξεν., Πλάτ.
II. ακολουθώ από κοντά, πιέζω, ωθώ, επείγω, Λατ. urgere, σε Ξεν.
IV.φέρνω πλοίο στη στεριά, το οδηγώ μέσα ή προς, σε Ηρόδ. Β. αμτβ.,
1. (ενν. ἑαυτόν), συγκρατιέμαι, σε Σοφ., Πλάτ.· συγκρατώ, λήγω, σταματώ, παύω, λέγεται για τον άνεμο, σε Αριστοφ.
2. έρχομαι από την ανοιχτή θάλασσα προς την ακτή, προσορμίζομαι, σε Ομηρ. Ύμν., Ηρόδ., Αττ.
3. επικρατώ, ὁ λόγος κατέχει, η φήμη επικρατεί, είναι διαδεδομένη, σε Θουκ.· σεισμοὶ κατ., οι σεισμοί κυριαρχούν, είναι συχνοί, στον ίδ.
4. έχω το πάνω χέρι, σε Θέογν., Αριστ. Γ. I. 1. Μέσ., κρατώ για τον εαυτό μου, παρακρατώ, σφετερίζομαι, σε Ηρόδ.
2. καλύπτομαι, βλ. ανώτ. Α. II. 4.
3. περιέχω, περιλαμβάνω, σε Πολύβ.
II. ο Μέσ. αόρ. χρησιμ. επίσης ως Παθ., σταματιέμαι, σταματώ, σε Ομήρ. Οδ.· -κατασχόμενος, υποδουλωμένος, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

κατέχω: (aor. κατέσχον и κατέσχεθον - эп. 3 л. sing. κάσχεθε)
1) держать (καλύπτρην χείρεσσι Hes.);
2) удерживать, задерживать (τινὰ βίῃ ἀέκοντα, τινα ἐνὶ οἴκῳ Hom.; ξίφος ἐν κουλεῷ Pind.; τινὰ πρὸς ἑαυτόν NT): οἱ Ἀθηναῖοι περὶ Κρήτην κατείχοντο Thuc. афиняне были задержаны у берегов Крита; κ. τινὰ μὴ ποιεῖν τι NT уговаривать кого-л. не делать чего-л.;
3) сдерживать, унимать (ἵππους Aesch.; ὀργήν Soph., Arst., Plut.; δύνασιν Soph.; τὰ δάκρυα Plat.; τὸν γέλωτα Xen.);
4) подавлять (τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικίᾳ NT): τὸ κατέχον NT препятствие, помеха;
5) связывать, обязывать, pass. быть связанным (ὁρκίοισι Hom.; ἐν τῷ νόμῳ NT);
6) (тж. κ. νέας Her. или νηΐ Hom.) приставать к берегу, приплывать (Θορικόνδε HH; εἰς τὸν αἰγιαλόν Her., NT; τῆς Ἐρετρικῆς χώρης Her.; ἐς τήνδε γῆν Soph.; χθόνα Eur.; εἰς Δῆλον Plut.);
7) хранить, блюсти (τὰς παραδόσεις NT);
8) держать в повиновении, притеснять (τὸ Ἀττικὸν - sc. ἔθνος - κατεχόμενον ὑπὸ Πεισιστράτου Her.);
9) угнетать, удручать (μιν κατὰ γῆρας ἔχει Hom.; κατέχεσθαι νοσήματι NT): τῶν σεισμῶν κατεχόντων τῆς Εὐβοίας Thuc. так как на Эвбее свирепствовали землетрясения;
10) неотступно следовать, преследовать по пятам (ἰσχυρῶς Xen.);
11) (sc. ἑαυτόν) останавливаться (для отдыха): προξένων δ᾽ ἔν του κατέσχες; Eur. и ты остановишься у кого-л. из проксенов?;
12) задерживаться, останавливаться, прекращаться (κατέχει πολέμου αὔρα Arph. - ср. 24);
13) овладевать, усваивать (τῶν ἐπιστημῶν Arst.);
14) завладевать, захватывать, занимать (τὴν ἀκρόπολιν Her.; τὸ Καδείων πέδον Soph.; τὰς πόλεις φρουρᾷ Xen., Plut.; τὴν κληρονομίαν τινός NT); med. присваивать себе (χρήματά τινος Her.);
15) владеть, обладать (τοὺς ἄμφω ζωούς, sc. Κάστορα καὶ Πολυδεύκεα Hom.; τὴν χιονώδη Θρῄκην Eur. Περσίδα γῆν Xen.): θήκας κ. Aesch. покоиться в могилах; κ. πανδάκρυτον βιοτάν Soph. влачить печальную жизнь;
16) pass. быть одержимым, боговдохновенным (ἐκ θεῶν Xen.; ποιηταὶ ἔνθεοι καὶ κατεχόμενοι Plat.);
17) (sc. ἑαυτόν) сдерживаться, воздерживаться (μόλις Eur.): κ. τὸ μὴ δακρύειν Plat. удерживаться от слез; εἶπεν μὴ κατασχών Plut. он не мог удержаться, чтобы не сказать;
18) завершаться, оканчиваться: εἰ μὴ τόδε φάσμα εὖ κατασχήσει Soph. если это видение не к добру;
19) помещаться, занимать (μέσον ὀμφαλὸν γᾶς Eur.); обитать (Ὀλύμπου αἴγλαν Soph.; Παρνασίαν πέτραν Arph.);
20) охватывать, закрывать, покрывать (νὺξ δνοφερὴ κατέχ᾽ οὐρανόν Hom.; ὃν τόπον κατέχει ἡ θάλασσα Arst.): ἡμέρα πᾶσαν κατέσχε γαῖαν Aesch. день озарил всю землю; κατεσχομένη ἑανῷ Hom. окутанная покрывалом; μεγάλοι θόρυβοι κατέχουσ᾽ ἡμᾶς Soph. великое смятение охватывает нас; τοὺς Ἀθηναίους τοιαῦτα κατέχοντα Her. (Крез узнал, что) у афинян положение следующее; κατέχοντα πρήγματα Her. существующее положение вещей;
21) наполнять (τὴν ὁδὸν ἅπασαν ὑπὸ πλήθους ἁμαξῶν Plut.; ἀλαλητῷ πᾶν πεδίον Hom.; στρατόπεδον δυσφημίαις Soph.; οἶκος πᾶς κλαυθμῷ κατείχετο Her.);
22) достигать, совершать (τὴν πρᾶξιν Polyb.): εἰ δὲ μὴ κατέσχον, οὐδὲν ἧττον τό γ᾽ ἐκείνων πεποιῆσθαι Lys. если же они и не добились своего, тем не менее сделали, что могли;
23) улавливать, схватывать, понимать (τὸ ἐρωτώμενον Plat.);
24) держаться, удерживаться: ὅσον ὁ λὁγος κατέχει Thuc. как утверждает молва; ἐπεὶ κατέσχεν ὁ πόλεμος Plut. когда началась война (ср. 12).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατ-έχω, fut. καθέξω (van toestand), κατασχήσω (ingressief); poët. them. aor. κατέσχεθον, 3 sing. sync. κάσχεθε, Aeol. κατέσκεθε, imperat. 2 sing. κατάσχες, later κάτασχε met acc. naar beneden houden. κατέχων κεφαλήν met het hoofd naar beneden Od. 24.242. vasthouden:; καλύπτρην... χείρεσσι κατέσχεθε zij hield de sluier op zijn plaats Hes. Th. 575; ook overdr.:; πῶς... βιοτὰν κατέσχεν hoe hij greep bleef houden op zijn leven Soph. Ph. 690; κ. τὸ θέατρον het publiek boeien Plut. Demosth. 29.2; med..; ( χρήματα ) κατασχέσθαι (bezittingen) voor zichzelf houden Hdt. 7.164.2; pass.:; ὁρκίοισι κατέχεσθαι gebonden zijn door eden Hdt. 1.29.2; op koers houden, sturen:. κατέσχον τὰς νέας... κατὰ Τέμενος zij stuurden hun schepen aan op Temenus Hdt. 6.101.1. in bedwang houden, inhouden, met pers. als subj.:; ὀργήν woede Soph. El. 1011; τὰ δάκρυα de tranen Plat. Phaed. 117d; ἑαυτὸν κ. zich beheersen Plat. Chrm. 162c; in zijn greep houden, beheersen, met aandoening of zaak als subj.:; μιν κατὰ γῆρας ἔχει χεῖράς τε πόδας τε ouderdom houdt zijn handen en voeten in zijn greep Od. 11.497 (tmesis); τὰ κατέχοντα πρήγματα de problemen die zijn leven al beheersten Hdt. 6.40.1; ὑπὸ μεγάλης ἀνάγκης κατέχεσθαι in de macht zijn van een dwingende noodzaak Plat. Lg. 858a; pass.: Φαίδρα καρδίαν κατέσχετο ἔρωτι Phaedra’s hart werd door liefde bevangen Eur. Hipp. 27; κατέχεσθαι ἐξ Ὁμήρου in de greep zijn van Homerus Plat. Ion 536b; τῷ θεῷ κατέχεσθαι bezeten zijn van de god (Eros) Luc. 77.27.1. weerhouden, tegenhouden, ophouden:; βίῃ ἀέκοντα καθέξει hij zal mij tegen mijn wil met geweld tegenhouden Il. 15.186; met (ὥστε) μή en inf.: ἑαυτὸν κ. μὴ ἐπιπηδᾶν hij weerhoudt zichzelf ervan om te bespringen Plat. Phaedr. 254a; μόλις οἱ στρατηγοὶ κατέσχον ὥστε μή... τοὺς ἀνθρώπους διαφθείρεσθαι met moeite (hielden de aanvoerders ze tegen en) voorkwamen ze dat de mensen omkwamen Thuc. 4.130.6; κατασχεῖν τὴν ἀναγωγήν het uitvaren vertragen Thuc. 6.29.3; κατεῖχε τὸν θέατρον hij liet het publiek wachten Plut. Phoc. 19.2. bedekken, bezetten, in beslag nemen:; τοὺς δ ’ ἤδη κάτεχεν φυσίζοος αἶα hen bedekte reeds de levenschenkende aarde Il. 3.243; med.:; κατέσχετο χερσὶ πρόσωπα zij bedekte haar gelaat met haar handen Od. 19.361; κατασχομένη ἑανῷ zich bedekkend met haar kleed Il. 3.419; ἡμέρα πᾶσαν κατέσχε γαῖαν de dag verspreidde haar licht over de gehele aarde Aeschl. Pers. 387; vaak met geluid:; ἀλαλητῷ πεδίον κ. de vlakte vervullen van krijgsgeschreeuw Il. 16.79; κατεῖχ ’ ἀεὶ πᾶν στρατόπεδον δυσφημίαις hij vulde het kamp steeds met onheilspellende kreten Soph. Ph. 10; pass..; οἶκος... κλαυθμῷ κατείχετο het huis weergalmde van geween Hdt. 1.111.2; bewonen, bezetten:. κατέχεις ’ Ολύμπου αἴγλαν gij bewoont de stralende Olympus Soph. Ant. 609; ἆρ ’ ὄντως μέσον ὀμφαλὸν γᾶς Φοίβου κατέχει δόμος; staat Apollo’s huis werkelijk midden op de navel van de aarde? Eur. Ion 223. (mentaal) bevatten, begrijpen:; οὐ κατέχω τί βούλει φράζειν ik begrijp niet wat jij wilt duidelijk maken Plat. Phlb. 26c; onthouden:. τῶν ῾Ομήρου ἐπῶν τοῦτο ἓν μόνον κατέχειν als enige vers van Homerus het volgende onthouden Thphr. Char. 26.2; ταῦτα κατέχεις πάντα dat onthoud je allemaal Men. Epitr. 326. intrans. zich inhouden:; μόλις κατέσχον ik wist mij nauwelijks in te houden Soph. OT 782; εἶπεν μὴ κατασχών hij sprak zonder zich in te houden Plut. Art. 15.5; met inf.: κ. τὸ μὴ δακρύειν zijn tranen bedwingen Plat. Phaed. 117c. binnenlopen (van schepen):; κ. ἐς γῆν landen Soph. Ph. 221; κ. ἐς αἰγιαλόν aanleggen op de kust Hdt. 7.188.1; poët. ook met acc. zonder prep.:; κ. χώραν in een land aankomen (per schip) Eur. Hel. 1206; med. abs.:; ὣς ὁ μὲν ἔνθα κατέσχετο zo ging hij daar aan land Od. 3.284; zijn intrek nemen:. προξένων δ ’ ἔν του κατέσχες; nam jij je intrek bij een van de consulaire agenten? Eur. Ion 551. prevaleren:; ὁ λόγος κατέχει de mening heerst Thuc. 1.10.1; διὰ τοὺς ποιητὰς λόγου κατεσχηκότος de traditie die door toedoen van de dichters ingang heeft gevonden Thuc. 1.11.3; σοβαρὰ θεόθεν κατέχει … αὔρα van godswege heerst er een krachtige bries Aristoph. Pax 944; succes hebben:; νομίζοντες ῥᾳδίως κατασχήσειν in de mening snel succes te zullen hebben Aristot. Pol. 1307b10; met adv. aflopen:. εἰ μὴ τόδε νυκτὸς φάσμα εὖ κατασχήσει als deze nachtelijke verschijning geen goede afloop zal hebben Soph. El. 503. voortdurend iets doen; met ptc.:; μάλα κατεῖχον βάλλοντες zij drongen zeer aan door hen te bekogelen Xen. Hell. 4.6.10; als ptc.: τὴν φυγήν … κατέχων ἐποίει hij achtervolgde hardnekkig Xen. Cyr. 1.4.22.

Middle Liddell

fut. καθέξω fut. κατασχήσω aor2 κατέσχον poet. κατέσχεθον epic 3rd sg. κάσχεθε
*A. trans. to hold fast, Hes.
2. to hold back, withhold, Hom.:— to check, restrain, control, bridle, Hdt., attic: —Pass. to be held down, to be bound, kept under, Hdt.
3. to detain, Hdt., Xen.:—Pass. to be detained, to stay, stop, tarry, Hdt., Soph.
II. to have in possession, possess, occupy, Trag.
2. of sound, to fill, ἀλαλητῷ πεδίον κατέχουσι Il.; κ. στρατόπεδον δυσφημίαις to fill it with his grievous cries, Soph.
3. βιοτὰν κ. to continue a life, Soph.
4. to occupy, be spread over, cover, νὺξ κάτεχ' οὐρανόν Od.; ἡμέρα κατέσχε γαῖαν Aesch.:—in Mid., κατέσχετο πρόσωπα covered her face, Od.
5. of the grave, to confine, cover, Hom.
6. of conditions and the like, to hold down, overpower, oppress, afflict, Od., Soph.: —of circumstances, to occupy or engage one, Hdt.
7. to occupy, in right of conquest, Hdt., Soph., etc.
8. to master, understand, Plat.
9. in Pass., of persons, to be possessed, inspired, Xen., Plat.
III. to follow close upon, press hard, Lat. urgere, Xen.
IV. to bring a ship to land, bring it in or to, Hdt.
B. intr.:
1. (sub. ἑαυτόν) to control oneself, Soph., Plat.:— to hold, stop, cease, of the wind, Ar.
2. to come from the high sea to shore, put in, Hhymn., Hdt., attic
3. to prevail, ὁ λόγος κατέχει the report prevails, is rife, Thuc.; σεισμοὶ κατ. earthquakes prevail, are frequent, Thuc.
4. to have the upper hand, Theogn., Arist.
C. Mid. to keep back for oneself, embezzle, Hdt.
2. to cover oneself, v. supr. A. II. 4.
3. to hold, contain, Polyb.
II. the aor. mid. is also used like a Pass., to be stopped, to stop, Od.:— κατασχόμενος subdued, Pind.

Chinese

原文音譯:katšcw 卡特誒何
詞類次數:動詞(19)
原文字根:向下-有 相當於: (אָחוּז‎ / אָחַז‎) (אָחַר‎) (אָסַר‎) (חָזַק‎) (נָחַל‎)
字義溯源:緊握,持守,持,保有,攔阻,阻擋,阻止,堅守,留下,所得,害,佔,圍困,受捆,捆,退到,留住,行去,約束,佔有;由(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(ἔχω)*=持)組成。參讀 (ἀνακόπτω)同義字參讀 (ἀντέχω)同義字
出現次數:總共(18);路(3);約(1);徒(1);羅(2);林前(3);林後(1);帖前(1);帖後(2);門(1);來(3)
譯字彙編
1) 攔阻者(2) 帖後2:6; 帖後2:7;
2) 持守(2) 路8:15; 帖前5:21;
3) 留下(1) 門1:13;
4) 持(1) 來3:6;
5) 退到⋯去了(1) 路14:9;
6) 我們⋯持(1) 來3:14;
7) 都有的(1) 林後6:10;
8) 我們要持守(1) 來10:23;
9) 堅守(1) 林前11:2;
10) 行去(1) 徒27:40;
11) 害(1) 約5:4;
12) 阻擋(1) 羅1:18;
13) 我們受捆的(1) 羅7:6;
14) 留住(1) 路4:42;
15) 所得(1) 林前7:30;
16) 你們持守(1) 林前15:2