Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατασκήνωση

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

η (AM κατασκήνωσις [[[κατασκηνώ]] (III)]
1. το να έχει κάποιος κατασκηνώσει κάπου, η εγκατάσταση σε σκηνή
2. τόπος όπου τοποθετούνται σκηνές
νεοελλ.
φρ. «παιδικές κατασκηνώσεις» και «μαθητικές κατασκηνώσεις» — εγκαταστάσεις σε εξοχικό χώρο, όπου διαμένουν για ένα διάστημα κατά τους θερινούς μήνες παιδιά προσχολικής ή σχολικής ηλικίας, καθώς και ο αντίστοιχος θεσμός
μσν.-αρχ.
κατάλυμα
αρχ.
(για πτηνά) φωλιά.