Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καχεκτικός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: κᾰχεκτικός Medium diacritics: καχεκτικός Low diacritics: καχεκτικός Capitals: ΚΑΧΕΚΤΙΚΟΣ
Transliteration A: kachektikós Transliteration B: kachektikos Transliteration C: kachektikos Beta Code: kaxektiko/s

English (LSJ)

ή, όν, = foreg. 1, Gal.11.307.

German (Pape)

[Seite 1409] ή, όν, von schlechter Leibesbeschaffenheit, leidend; διαθέσεις καχεκτικαὶ ὀφθαλμῶν Galen., a. sp. Medic.

Greek (Liddell-Scott)

καχεκτικός: -ή, -όν, = τῷ προηγ., ἀντίθ. εὐεκτικός, Γαλην.

Greek Monolingual

ή, -ό (ΑΜ καχεκτικός, -ή, -όν) καχέκτης
αυτός που έχει ασθενή κράση, φιλάσθενος, ατροφικός
νεοελλ.
μτφ. α) (για βλάστηση) μαραμένος
β) (για εμπορικές βιομηχανικές κ.ά. επιχειρήσεις) αυτός που με δυσκολία αντεπεξέρχεται στις δαπάνες του, αυτός που δεν ευδοκιμεί.