Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κεχρί

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το (Μ κεχρί[ν] και κενχρίον) γενική ονομασία διαφόρων ειδών ποωδών φυτών που, σύμφωνα με τη σημερινή ταξινόμηση, ανήκουν στην οικογένεια τών αγρωστωδών και τα οποία παράγουν μικρά εδώδιμα σπέρματα και χρησιμοποιούνται ως τροφή του ανθρώπου ή ως ζωοτροφή
νεοελλ.
φρ. «ο νους του στο κεχρί» — για όσους σκέπτονται διαρκώς ό,τι τους ευχαριστεί και που κατά κανόνα είναι κακό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κέγχρος (με απλοποίηση του συμπλέγματος -γχ-)].