Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλεψίαμβος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κλεψίαμβος Medium diacritics: κλεψίαμβος Low diacritics: κλεψίαμβος Capitals: ΚΛΕΨΙΑΜΒΟΣ
Transliteration A: klepsíambos Transliteration B: klepsiambos Transliteration C: klepsiamvos Beta Code: kleyi/ambos

English (LSJ)

[ῐ], ὁ, a kind of A musical instrument, Phillis ap.Ath.14.636b, Aristox.ib.4.182f, Poll.4.59. II in plural, = μέλη τινὰ παρὰ Ἀλκμᾶνι, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1449] ὁ, ein musikalisches Instrument; Aristox. bei Ath. IV, 182 f; Poll. 4, 59.

Greek (Liddell-Scott)

κλεψίαμβος: ὁ, εἶδος μουσικοῦ ὀργάνου, Φιλῆς παρ’ Ἀθην. 636Β, Ἀριστόξ. αὐτόθι 182F, Πολυδ. Δ΄, 59.

Greek Monolingual

κλεψίαμθος, ὁ (Α)
1. είδος εννεάχορδου μουσικού οργάνου
2. στον πληθ. (κατά τον Ησύχ.) οἱ κλεψίαμβοι
«μέλη τινὰ παρά Ἀλκμᾱνι».
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κλεψ- του κλέπτω (πρβλ. αόρ. -κλεψ-α) + ίαμβος (< ἴαμβος), πρβλ. χορίαμβος, χωλίαμβος].