Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοιτίδα

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

η (Α κοιτίς, -ίδος) κοίτη νεοελλ.]
1. λίκνο, κούνια, κρεβατάκι
2. μτφ. ο τόπος γέννησης, η πατρίδα
3. μτφ. ο τόπος όπου για πρώτη φορά καλλιεργήθηκε κάτι, η γενέτειρα («η κοιτίδα του πολιτισμού»)
αρχ.
1. μικρό κιβώτιο, κουτάκι, θήκη
2. καλάθι, πανέρι («κοιτίδας πλεκτάς ἐκ φοίνικος», Αρρ.).