Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κουταλιά

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Μ κουταλέα)
το περιεχόμενο ενός κουταλιού, όσο χωράει ένα κουτάλι
νεοελλ.
παροιμ. «πνίγεται σε μια κουταλιά νερό» — δεν είναι ικανός να αντιμετωπίσει και την πιο μικρή δυσχέρεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κουτάλι + επίθημα -έα, απ' όπου με συνίζηση -ιά].