Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κουτάλι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το (Μ κουτάλι και κουτάλιν)
επιτραπέζιο και μαγειρικό σκεύος, με κοιλότητα στο ένα άκρο του, με το οποίο τρώγονται υγρές ή πολτώδεις τροφές, κοχλιάριο
νεοελλ.
1. το περιεχόμενο του σκεύους αυτού ως μέτρο, όσο χωρεί το κουτάλι («έβαλα δύο κουτάλια ζάχαρη στον καφέ σου»)
2. φρ. α) «έφαγε τα γράμματα με το κουτάλι» — είναι πολύ διαβασμένος
β) «έχει φάει το κουτόχορτο με το κουτάλι» — είναι πολύ κουτός
γ) «του κρεμάσανε το κουτάλι» — έφθασε στο γεύμα μετά την έναρξη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κωτάλ-ιον (υποκορ. του κώταλις «κουτάλα») με κώφωση (-ω- > -ου-)
κατ' άλλους, η λ. προέρχεται από τον τ. κυτάλ-ιον (υποκορ. του κύταλον «κόρα ψωμιού») < κύταρον < κύτος «κοίλωμα, καθετί κοίλο»].