Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κωνοειδής

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: κωνοειδής Medium diacritics: κωνοειδής Low diacritics: κωνοειδής Capitals: ΚΩΝΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: kōnoeidḗs Transliteration B: kōnoeidēs Transliteration C: konoeidis Beta Code: kwnoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A conical, σχῆμα Archim.Con.Sph.Praef., al., Ph.Bel. 86.51; of the creative fire, Cleanth.Stoic.1.111; of the apex of the Roman flamen, D.H.2.70; σκιά Cleom.2.2, etc.; σκίασμα D.C.60.26; τὸ κ. conoid, Archim.Con.Sph.Praef., etc. Adv. -δῶς Placit.4.15.3, Cleom.2.2, Phlp.in de An.140.34.    II metaph., concise, pointed, ἑρμηνεία συνεστραμμένη καὶ οἷον εἰπεῖν κ. Corn.Rh.p.387 H.    III neut. -ειδές, τό, = κωνάριον 11, Gal.2.723 (but κ. μόριον odontoid process of the second vertebra, 2.461).

German (Pape)

[Seite 1546] ές, kegelförmig; Plut. de plac. phil. 2, 14; D. L. 7, 144; D. Cass. 60, 26 u. a. Sp. – Adv., Plut. de plac. phil. 4, 15.

Greek (Liddell-Scott)

κωνοειδής: -ές, κωνικός, σκίασμα Δίων Κ. 60. 26· σκιὰ Διογ. Λ. 7. 144· τὸ κ., ὅμοιον κώνῳ, Ἀρχιμήδ. ― Ἐπίρρ. -δῶς, Πλούτ. 2. 901Ε, Διογ. Λ. 7. 157.

Greek Monolingual

-ές (Α κωνοειδής, -ές)
αυτός που έχει σχήμα κώνου, κωνικός («τῆς γῆς σκίασμα κωνοειδές», Διόδ.)
αρχ.
1. σύντομος, περιεκτικός
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ κωνοειδές
το κωναριο(ν), η επίφυση του εγκεφάλου.
επίρρ...
κωνοειδῶς (Α)
με σχήμα κώνου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῶνος + -ειδής].

Russian (Dvoretsky)

κωνοειδής: имеющий коническую форму, конический (πῦρ Plut.; σκιά Diog. L.).