Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λεπίδα

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

η (AM λεπίς, -ίδος) λέπος
έλασμα τέμνοντος οργάνου, λ.χ. ξίφους, μαχαιριού, ξυραφιού κ.λπ. (α. «η λεπίδα του μαχαιριού»
8. «λεπὶς πρίονος», Ορειβ.)
νεοελλ.
1. το όργανο που φέρει τέτοιο έλασμα («ξυριστική λεπίδα» — το ξυραφάκι)
2. βοτ. το ανώτερο μέλος ενός ζεύγους πρασινωπών βρακτίων που βρίσκεται κάτω από κάθε ανθίδιο, περιβάλλοντάς το άμεσα, στην ταξιανθία τών αγρωστωδών
αρχ.
1. φλοιός, φλούδα
2. λέπι ψαριού ή φιδιού («ὃ γὰρ ἐν ὄρνιθι πτερόν, τοῦτο ἐν ἰχθύϊ ἐστὶ λεπίς», Αριστοτ.)
3. φύλλο μετάλλου, έλασμα
4. στον πληθ. αἱ λεπίδες (ενν. χιόνος)
οι νιφάδες του χιονιού
5. φρ. α) «ὠοῡ λεπίς» — το κέλυφος του αβγού, το τσόφλι
β) «λεπὶς χαλκοῡ» — θραύσμα χαλκού.