Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θραύσμα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το (ΑΜ θραῡσμα) θραύω
κομμάτι που έχει αποσπαστεί από σκληρό σώμα με θραύση, σύντριμμα, θρύψαλοθραύσμα οβίδας»)
αρχ.
1. (για τη λέπρα) η εφελκίδα
2. (στον Διοσκ.) το καλύτερο είδος του αμμωνιακού κόμμεως
3. κάταγμα.