Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λεπίς

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: λεπίς Medium diacritics: λεπίς Low diacritics: λεπίς Capitals: ΛΕΠΙΣ
Transliteration A: lepís Transliteration B: lepis Transliteration C: lepis Beta Code: lepi/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ, (λέπω)

   A epithelial debris, Hp.Aph.4.81; layer of the skull, PMed. in Arch.Pap.4.270; ᾠοῦ λ. egg-shell, Sch.Ar.Pax 198; cup of a filbert, AP6.22 (Zonas), 102 (Phil.); coat of an onion, Sch.Luc.Hist.Conscr. 26.    2 collectively, scales of fish, λεπίδος σιδηρέης ὄψιν ἰχθυοειδέος Hdt.7.61; ὃ ἐν ὄρνιθι πτερόν, τοῦτο ἐν ἰχθύϊ ἐστὶ λ. Arist.HA486b21; opp. φολίς, ib.490b23, 517b5; also of serpents, v.l. in Nic.Th.154, cf. Emp.82.    3 of other things, λ. χαλκοῦ flakes that fly from copper in hammering, Dsc.5.78, 79: abs., λεπίς Hp.Mul.1.63.    4 plate of metal, Ph.Bel.69.50, Hero Aut.12.2, D.S.20.91, Plu.Phoc.18; collectively, λ. σιδηρᾶ BGU544.8 (ii A.D.); of gold and silver, Plb.10.27.10; λ. ἀργυρᾶ PMag.Par.1.258.    5 λ. πρίονος blade of a saw, Heliod. ap. Orib.47.14.5.    6 λεπίδες (sc. χιόνος) snow-flakes, cj. in Thphr.HP4.14.13, CP5.12.11.

German (Pape)

[Seite 29] ίδος, ἡ, eigtl. dim. zu λέπος, Rinde, Schuppe, Schale; des Eies, gehol. Ar. Pax 198; der Nuß, Philp. 20 (VI, 102); der Zwiebel, Luc. conscr. hist. 5; bes. von Fischen, Arist. H. A. 1, 1, öfter, u. A.; vgl. φολίς; doch auch von Schlangen, Nic. Ther. 154; auch kleine Metallplatten, λεπίδος σιδηρέης ὄψιν ἰχθυοειδέος Her. 7, 61; χρυσαῖ Pol. 10, 27, 10; οἰκία χαλκαῖς λεπίσι κεκοσμημένη Plut. Phoc. 18; D. gie. 20, 91.

Greek (Liddell-Scott)

λεπίς: -ίδος, ἡ, (λέπω) «λέπι», φλοιός, «φλοῦδα», Ἱππ. Ἀφ. 1252· λ. ᾠοῦ, «τσῶφλι» ᾠοῦ, κέλυφος, Ἀριστοφ. Εἰρ. 198· τὸ κέλυφος λεπτοκαρύου ἢ θήκη αὐτοῦ, Ἀνθ. Π. 6. 22 καὶ 102· φλοιὸς κρομμύου, Σχόλ. εἰς Λουκ. πῶς δεῖ Ἱστ. Συγγρ. 5. 2) περιληπτικῶς, αἱ λεπίδες ἰχθύος, τὰ «λέπ~ια», λεπίδος σιδηρέης ὥσπερ ἰχθυοειδέος Ἡρόδ. 7. 61· ὃ ἐν ὄρνιθι πτερόν, τοῦτο ἐν ἰχθύϊ ἐστὶ λ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 1, 9· ἀντίθετ. τῷ φολίς, αὐτόθι 1. 6, 4., 3. 10, 1· ὡσαύτως ἐπὶ ὄφεων, Νικ. Θηρ. 154. 3) ἐπὶ ἄλλων πραγμάτων, λεπὶς χαλκοῦ, τὰ κατὰ τὴν σφυρηλασίαν τοῦ χαλκοῦ ἀποπηδῶντα λεπτὰ τεμάχια, Λατ. squama aeris (Κέλσ. 2. 12), Διοσκ. 5. 89 καὶ 90· ἀπολ. λεπίς, Ἱππ. 614. 15· λεπὶς πρίονος, πριονίδια, Ἡλιοδ. Χειρουργ. σ. 158· λεπίδες (δηλ. χιόνος), νιφάδες, Θεοφρ. π. Φ. Ἱστ. 4. 14, 13.

French (Bailly abrégé)

ίδος (ἡ) :
1 coque d’œuf;
2 lamelle de métal.
Étymologie: R. Λεπ, cf. λέπω.

Spanish

lámina

English (Strong)

from lepo (to peel); a flake: scale.

English (Thayer)

λεπιδος, ἡ (λέπω to strip off the rind or husk, to peel, to scale), a scale: Sept.; Aristotle, others (cf. Herodotus 7,61).)

Greek Monolingual

λεπίς, -ίδος, ἡ (ΑM)
βλ. λεπίδα.

Greek Monotonic

λεπίς: -ιδος, ἡ (λέπω
1. λέπι, φλούδα, λεπὶς ᾠοῦ, τσόφλι, κέλυφος αυγού, σε Αριστοφ.· κέλυφος καρυδιού, σε Ανθ.
2. περιληπτικά, λέπια ψαριού, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

λεπίς: ίδος (ῐδ) ἡ
1) скорлупа (ᾠοῦ Arph.);
2) чешуя (ἐν ἰχθύϊ Arst.; перен. ἀπέπεσον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν λεκίδες NT);
3) чешуйчатая броня (λ. σιδηρέη Her.);
4) чешуйка, пластинка, бляха (οἰκία χαλκαῖς λεπίσι κεκοσμημένη Plut.).

Middle Liddell

λεπίς, ίδος λέπω
1. a scale, husk, λ. ᾠοῦ an egg- shell, Ar.; the cup of a filbert, Anth.
2. collectively, the scales of fish, Hdt.

Chinese

原文音譯:lep⋯j 累披士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:脫皮 相當於: (קַשְׂקֶשֶׂת‎)
字義溯源:薄片,魚鱗,鱗;源自(λεπτός)X*=皮)
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 鱗(1) 徒9:18