Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τσόφλι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

και τσώφλι και τσέφλοιο και τσέφλι και τσόφλιο και τσώφλοιο, το, Ν
1. κέλυφος («το τσόφλι του αβγού»)
2. (κατ' επέκτ.) φλοιός καρπού, φλούδα
3. μτφ. (περιφρονητικά) τιποτένιος άνθρωπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αραβ. djefl. Οι γρφ. με -οι προέρχονται από επίδραση της λ. φλοιός, ενώ έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι η λ. έχει προέλθει από τ. εξώφλοιον (< έξω + φλοιός), οπότε μπορούν να ερμηνευθούν οι τ. με -ω- και με απλοποίηση -ο-].