Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λινάρι

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

το (AM λινάριον, Μ και λινάρι) λίνον
νεοελλ.-μσν.
1. ονομασία, κοινή σήμερα, του φυτού λίνο το χρησιμότατο, του οποίου οι ίνες και οι σπόροι χρησιμοποιούνται στην υφαντουργική, στη βαφική και στη φαρμακευτική
2. οι ίνες του φυτού αυτού
μσν.
λινό ύφασμα, λινό ρούχο
μσν.-αρχ.
1. λινή κλωστή
2. (γενικά) κλωστή
3. δίχτυ
αρχ.
υποκορ. του λίνον.