Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ρούχο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το / ῥοῡχον, ΝΜ
ένδυμα, φόρεμα (α. «κι εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα, πλήθος αίμα ελληνικό», Σολωμ.
β. «λαμπρὸν ἐφόρει ῥοῡχον, πολύτιμον καὶ θαυμαστόν», Διγ. Ακρ.)
νεοελλ.
1. ύφασμα
2. φρ. α) «είναι στα ρούχα» ή «έπεσε στα ρούχα» — είναι άρρωστος, παραμένει κλινήρης
β) «τρώγεται με τα ρούχα του» — γκρινιάζει με το παραμικρό
γ) «έχει τα ρούχα της [του]»
i) (για γυναίκα) βρίσκεται στις ημέρες της εμμηνόρροιας
ii) (και για τα δύο φύλα) έχει διαρκή και έντονο εκνευρισμό
δ) «σκίζει τα ρούχα του» — διαμαρτύρεται έντονα
3. παροιμ. α) «φύλαγε τα ρούχα σου για νά
χεις τα μισά» — παίρνε τις αναγκαίες προφυλάξεις για να μην χάσεις τα πάντα
β) «άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς» — η αλλαγή ήταν μόνο επιφανειακή ή και παραπλανητική
γ) «Γαρούφω, Γαρούφω, βγάλ' το ξένο ρούχο» — μην κάνεις επίδειξη με δανεικά ενδύματα ή χρήματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σλαβ. ruho].