Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λιπόνηρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: λῑπόνηρος Medium diacritics: λιπόνηρος Low diacritics: λιπόνηρος Capitals: ΛΙΠΟΝΗΡΟΣ
Transliteration A: lipónēros Transliteration B: liponēros Transliteration C: liponiros Beta Code: lipo/nhros

English (LSJ)

λίαν πονηρός, Hsch.; cf. λῖ.

Greek (Liddell-Scott)

λιπόνηρος: «λίαν πονηρός» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

λιπόνηρος (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «λίαν πονηρός».
[ΕΤΥΜΟΛ. < λῖ (άλλος τ. του επιρρ. λίαν) + πονηρός.