Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πονηρός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πονηρός Medium diacritics: πονηρός Low diacritics: πονηρός Capitals: ΠΟΝΗΡΟΣ
Transliteration A: ponērós Transliteration B: ponēros Transliteration C: poniros Beta Code: ponhro/s

English (LSJ)

ά, όν, in physical sense,

   A oppressed by toils, πονηρότατος καὶ ἄριστος, of Heracles, Hes.Frr.138,139.    2 of things, toilsome, painful, grievous, ἔργα Hom.Epigr.14.20; νούσων πονηρότερον Thgn. 274; φορτίον Ar.Pl.352.    II in bad case, in sorry plight, useless, good-for-nothing, σύμμαχοι ib.220, cf. Nu.102; στράτευμα X.An.3.4.34; ἰατρός Antipho 4.2.4 (v.l. for μοχθηρός) ; κύων, ἱππάριον, Pl. Euthd.298d, X.Cyr.1.4.19; δίαιτα, τροφή, σιτία, injurious, Pl.R.425e, Lg.735b, Grg.464d, etc.; π. ἕξις σώματος Id.Ti.86e; π. σῶμα, opp. χρηστόν, Id.Prt.313a, cf.R.341e; π. σκώμματα sorry jests, Ar.Nu.542; π. βούλευμα Id.Lys.517 (Comp.); π. πράγματα a bad state of things, Th.8.97, cf. 24; π. ἀρχὴ τῆς παιδείας a bad beginning, Aeschin.1.11; π. τὴν ναυτιλίαν ναυτίλλεσθαι Pl.R.551c; π. πολιτεία Arist.Pol. 1294b38. Adv., -ρῶς ἔχειν to be in bad case, Th.7.83, etc.; ἂ πονηρῶς ἔχει τῶν πραγμάτων Lys.14.35; π. διακεῖσθαι, διατεθῆναι, Isoc. 19.12, D.59.55.    III in moral sense, worthless, knavish, φήμη, βίος, ζόη, A.Ch.1045, Frr.90,401, etc.; οὐδεὶς ἑκὼν π. Epich.78; π. ἦθος Democr.192; πονηρὸς… κἀκ πονηρῶν rogue and son of rogues, Ar.Eq. 336-7; ὦ πόνῳ πονηρέ in a comic jingle, Id.V.466, cf. Lys.350; π. πόρρω τέχνης past master in knavery, Id.V.192; π. τοῖς φίλοις X.Cyr.8.4.33; πρὸς ἀλλήλους Id.An.7.1.39; π. λόγων ἀκρίβεια Antipho 3.3.3; πονηρότεροι σύμβουλοι Id.5.71; π. [ῥῆμα] malicious, Ev.Matt.5.11; τὰ π. wickednesses, X.Cyr.2.2.25; πονηρὰ δρᾶσαι E.Hec.1190; τὸ π. LXX De.17.2; δόλῳ πονηρῷ, Lat. dolo malo, SIG693.6 (Methymna, ii B.C.); ὁ π. the evil one, Ev.Matt.13.19; π. δαίμων PLips.34.8 (iv A.D.), etc.    2 base, cowardly, S.Ph.437, etc.; π. χρώματα, i.e. the coward's hue, X.Cyr.5.2.34 (interpol.).    3 with a political connotation, of the baser sort, E.Supp.424; οἱ λεγόμενοι π. Pl.R.519a; opp. καλοὶ κἀγαθοί, Isoc.15.100,316, cf. Ar.Eq.186.—On the variation of accent, πονηρός and πόνηρος, v. μοχθηρός fin.

German (Pape)

[Seite 680] eigtl. Arbeit, Mühe, Drangsal habend od. machend; dah. – a) im physischen Sinne, Noth machend, lästig; Theogn. 274; ὅτι χρηστὸν ἢ πονηρὸν περὶ τὸ σῶμα, Plat. Prot. 313 d; gew. pass., Noth leidend, unglücklich; so heißt Herakles πονηρότατος καὶ ἄριστος, Hes. frg. 43, 5; von Sachen, in schlechtem Zustande, unbrauchbar, verdorben, τροφή, Plat. Legg. III, 735 b; δίαιτα, Rep. IV, 425 e; διὰ πονηράν τινα ἕξιν τοῦ σώματος, Tim. 86 d; καὶ ἄχρηστοι, Legg. XII, 950 b; αὐλοί, im Ggstz von χρηστοί, Rep. X, 601 e; so auch σιτία, Gorg. 464 d; wie καρπός, im Ggstz von καλός, Matth. 7, 17; πονηρῶς δίεκειτο, von einem Sterbenden, καὶ οὐδεμίαν ἔλπίδα εἶχε τοῦ βίου, Isocr. 1, 9, 12; πονηρῶς ἔχειν, Luc. Alex. 16. Von einer schlimmen Lage sagt Thuc. 8, 97 ἐκ πονηρῶν τῶν πραγμάτων γενομένων τοῦτο πρῶτον ἀνήνεγκε τὴν πόλιν, vgl. 8, 24, ἃ πονηρῶς ἔχει τῶν πραγμάτων, Lys. 14, 35. – Häufiger b) in moralischem Sinne, schlecht, boshaft u. dgl.; μήτ' ἐπιζευχθῇς στόμα φήμαις πονηραῖς, Aesch. Ch. 1041; πόλεμος οὐδέν' ἄνδρ' ἑκὼν αἱρεῖ πονηρόν, Soph. Phil. 435; Eur. Hec. 596 sagt ὁ πονηρὸς οὐδὲν ἄλλο πλὴν κακός; vgl. πονηρῷ χρήσεται κριτῇ, El. 374; auch τελετὰς πονηράς, Bacch. 260; κέρδη, Cycl. 311; πονηρὸς κἀκ πονηρῶν, Ar. Equ. 336 u. öfter; auch πονηρὸς πόῤῥω τέχνης, Vesp. 192; u. in Prosa: Plat. Conv. 183 d; τὸν ἄδικον καὶ πονηρὸν ἄθλιον εἶναί φημι, Gorg. 469 e; τὰ ἔργα πονηρότερα ἐργάσεται, Rep. IV, 421 d; feig, Xen. Cyr. 1, 4, 19; τοῖς φίλοις, schlecht gegen die Freunde, 8, 4, 33; aber πονηρὰ χρώματα, 5, 2, 34, ist blasse, Furcht verrathende Farbe; auch στασιάζειν καὶ πονηροὺς εἶναι πρὸς ἀλλήλους, An. 1, 7, 39, aufsässig, feindlich gegen einander; εἰπεῖν πᾶν πονηρὸν κατά τινος, Matth. 5, 11. – Wie Schol. Luc. Alex. 16 sagt Ἀττικοὶ ἐπὶ σωματικῆς διαθέσεως ὀξύνουσι τὸ πονηρός, wird nach Arcad. p. 71, 16 Eust. zu Il. 2, 764 (vgl. Reiz de acc. incl. p. 168 u. B. A. II p. 678) bei den Attikern πόνηρος betont, wo es die Bedeutung unglücklich hat, vgl. Lob. zu Phryn. 389 u. μόχθηρος. – Nach Cram. Anecd. Ox. 1 p. 372 sollen neuere Comödiendichter das Wort auch als comp. aus πονεῖν u. ἐρᾶν gebraucht haben, wohl Wortspiel.

Greek (Liddell-Scott)

πονηρός: -ά, -όν, (πονέω) κυρίως ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ σῶμα, ὁ ἐκ τῶν κόπων ταλαιπωρούμενος, πονηρότατος καὶ ἄριστος, ἐπὶ τοῦ Ἡρακλέους, Ἡσ. Ἀποσπ. 43. 5· καὶ ἐπὶ πραγμάτων, «κουραστικός», κοπώδης, βαρύς, ἔργα Ὁμ. Ἐπιγράμμ. 14. 20· νόσος Θέογν. 274· φορτίον Ἀριστοφ. Πλ. 352. ΙΙ. ἐλεεινός, ἐν κακῇ καταστάσει εὑρισκόμενος, ἄθλιος, πρὸς οὐδὲν ἱκανός, ἀνωφελής, ξύμμαχοι Ἀριστοφ. Πλ. 220, πρβλ. Νεφ. 102· ἰατρὸς Ἀντιφῶν 126. 16· κύων, ἱππάριον Πλάτ. Εὐθύδ. 298D, Ξεν. Κύρ. 1. 4, 19· ― δίαιτα τροφή, σιτία Πλάτ. Πολ. 425Ε, Νόμ. 735Β, κτλ.· π. ἕξις σώματος, ἀσθενική, Πλάτ. Τίμ. 86D· π. σῶμα ὁ αὐτ. ἐν Πρωτ. 313Α· π. σκώμματα, ἐλεεινά, οὐτιδανά, «ἄνοστα», Ἀριστοφ. Νεφ. 542· π. βούλευμα ὁ αὐτ. ἐν Λυσ. 517· π. πράγματα κακὴ πραγμάτων κατάστασις, Θουκ. 8. 97, πρβλ. 24, Ξεν. Ἀν. 3. 4, 35· π. ἀρχή, κακὴ ἀρχή, Αἰσχίν. 2. 28· π. ναυτιλίαν ναυτίλλεσθαι Πλάτ. Πολ. 551C· π. πολιτεία Ἀριστ. Πολ. 4. 9, 10· ― οὕτως ἐν τῷ ἐπιρρ. πονηρῶς ἢ πονήρως (ἴδε ἐν τέλει), πονηρῶς ἔχειν, εὑρίσκομαι ἐν κακῇ καταστάσει, Θουκ. 7. 83, κτλ.· πονηρῶς ἔχειν τὰ πράγματα Λυσ. 143. 7· π. διακεῖσθαι, διατεθῆναι Ἰσοκρ. 386Ε, Δημ. 1364. 5. ΙΙΙ. ἐπὶ ἠθικῆς ἐννοίας, κακός, ἀνάξιος, ἐλεεινός, πανοῦργος, Λατ. pravus, improbus, φῆμαι, βίος, ζόη, φήμη πονηρᾷ Αἰσχύλ. Χο. 1015· βίου πονηροῦ θάνατος εὐκλεέστερος Ἀποσπ. 86· ζόης πονηρᾶς θάνατος αἱρετώτερος 395 καὶ συχν. ἀπὸ τοῦ Εὐρ. καὶ ἐφεξῆς· πονηρὸς κἀκ πονηρῶν, κακὸς ἐκ κακῶν γονέων, Ἀριστοφ. Ἱππ. 336· πόνῳ πονηρός, ὁ ἀσκήσει καὶ μελέτῃ πονηρός, Ἀριστοφ. Σφ. 466, Λυσ. 350 π. πόρῳ τέχνης, φύσει πονηρός, οὐχὶ ἀπὸ τέχνης ἢ μελέτης ὁ αὐτ. ἐν Σφ. 192· π. τοῖς φίλοις Ξέν. Κύρ. 8. 4, 33· πρὸς ἀλλήλους Ξεν. Ἀν. 7. 1, 39· π. λόγων ἀκρίβεια Ἀντιφῶν 122. 40· π. σύμβουλοι ὁ αὐτ. 137. 41· τὰ πονηρά, αἱ κακίαι, Ξεν. Κύρ. 2. 2, 25· πονηρὰ δρᾶν Εὐρ. Ἑκάβ. 1190· ― ὁ π., ὁ Σατανᾶς ἢ Διάβολος, Εὐαγγ. κ. Ματθ. ιγ΄, 19, ἴδε Suicer ἐν λ. 2) ἄθλιος, ποταπός, δειλός, ὡς τὸ κακός, Σοφ. Φιλ. 437, κτλ.· π. χρώματα, ὅ ἐστι τὰ χρώματα τοῦ δειλοῦ, Ξεν. Κύρ. 5. 2, 34· ― ἐν πάσῃ σημασίᾳ ἀντιτιθεμένη τῷ χρηστός. ― Περὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ τονισμοῦ, πονηρὸς καὶ πόνηρος, ἴδε μοχθηρὸς ἐν τέλει.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
I. qui est en mauvais état :
1 de mauvaise qualité, mauvais, défectueux en parl. de choses : πονηρὰ δίαιτα PLAT mauvais régime ; πονηρὰ πράγματα EUR affaires en mauvais état ; πονηρὸν ἱππάριον XÉN mauvaise rosse;
2 mauvais, méchant, pervers ; πονηρός τινι ou πρός τινα, méchant à l’égard de qqn ; en parl. de choses (vie, action, bruit, etc.) : τὰ πονηρά XÉN les vices, le mal ou la méchanceté ; πονηρὰ δρᾶν EUR faire le mal ou faire du mal;
3 lâche, bas, vil;
II. qui cause de la peine, de la fatigue, fatigant, pénible;
Cp. πονηρότερος, Sp. πονηρότατος.
Étymologie: πονέω.

Spanish

maléfico, el mal

English (Strong)

from a derivative of πόνος; hurtful, i.e. evil (properly, in effect or influence, and thus differing from κακός, which refers rather to essential character, as well as from σαπρός, which indicates degeneracy from original virtue); figuratively, calamitous; also (passively) ill, i.e. diseased; but especially (morally) culpable, i.e. derelict, vicious, facinorous; neuter (singular) mischief, malice, or (plural) guilt; masculine (singular) the devil, or (plural) sinners: bad, evil, grievous, harm, lewd, malicious, wicked(-ness). See also πονηρότερος.

English (Thayer)

(on the accent cf. Lob. ad Phryn., p. 3 Göttling, Lehre v., Accent, p. 304 f; (Chandler §§ 404,405); Lipsius, Grammat. Untersuch., p. 26), πονηρά, πονηρόν; comparitive πονηρότερος (πονέω, πόνος); from Hesiod (Homer (Ephesians 15,20), Theog.) down; the Sept. often for רַע ;
1. full of labors, annoyances, hardships;
a. pressed and harassed by labors; thus Hercules is called πονηροτατος καί ἄριστος, Hesiod fragment 43,5.
b. bringing toils, annoyances, perils: (καιρός, ἡμέρα πονηρά, of a time full of peril to Christian faith and steadfastness, ἡμέραι πονηραί the Epistle of Barnabas 2,1 [ET]); causing pain and trouble (A. V. grievous), ἕλκος, bad, of a bad nature or condition;
a. in a physical sense: ὀφθαλμός, diseased or blind, πονηρία ὀφθαλμῶν, Plato, Hipp., min., p. 374d.; the Greeks use πονηρῶς ἔχειν or διακεῖσθαι of the sick; ἐκ γενετῆς πονηρούς ὑγιεῖς πεποιηκέναι, Justin Martyr, Apology 1,22 (cf. Otto's note); others take πονηρός in Matthew and Luke as above ethically; cf.
b. and Meyer on Matt.)); καρπός, evil, wicked, bad, etc. ("this use of the word is due to its association with the working (largely the servile) class; not that contempt for labor is thereby expressed, for such words as ἐργάτης, δραστηρ, and the like, do not take on this evil sense, which connected itself only with a word expressive of unintermitted toil and carrying no suggestion of results" (cf. Schmidt, chapter 85, § 1); see κακία, at the end); of persons: γενεά πονηρά, πνεῦμα πονηρόν, an evil spirit (see πνεῦμα, 3c.), οἱ πονηροί, the wicked, bad men, opposed to οἱ δίκαιοι, πονηροί καί ἀγαθοί, ἀχάριστοι καί πονηροί, τόν πονηρόν, the wicked Prayer of Manasseh , i. e. the evil-doer spoken of, τῷ πονηρῷ, the evil Prayer of Manasseh , who injures you, ὁ πονηρός is used pre-eminently of the devil, the evil one: R L; κεῖμαι, 2{c}); αἰών, ὄνομα (which see 1, p. 447a bottom), ῤᾳδιούργημα, πονηρά words is called θησαυρός πονηρός, συνείδησις πονηρά, a soul conscious of wickedness (conscious wickedness; see συνείδησις, b. sub at the end), καρδία πονηρά ἀπιστίας, an evil heart such as is revealed in distrusting (cf. Buttmann, § 132,24; Winer's Grammar, § 30,4), ὀφθαλμός (which see), διαλογισμοί, ὑπόνοιαι, καύχησις; ῤῆμα, a reproach, R G; others omit ῤῆμα); λόγοι, ἔργα, ἔργον (according to the context) wrong committed against me, αἰτία, charge of crime, L T Tr marginal reading WH marginal reading The neuter πονηρόν, and τό πονηρόν, substantively, evil, that which is wicked: εἶδος πονηροῦ (see εἶδος, 2; (others take πονηροῦ here as an adjective, and bring the example under εἶδος, 1 (R. V. marginal reading appearance of evil))), τοῦ πονηροῦ is held by many to be the genitive of the masculineπονηρός, but cf. Lünemann ad loc.); (τί πονηρόν, τό ἀγαθόν, Winer's Grammar, § 34,2), Tr text WH text; ταῦτα τά πονηρά, these evil things i. e. the vices just enumerated, Mark 7:23.

Greek Monolingual

-ή, -ό / πονηρός, -ά, -όν, ΝΜΑ
1. (με ηθ. σημ.) ο κακός στην εσωτερική του φύση, αυτός που ρέπει προς την απάτη, πανούργος, δόλιος
2. το αρσ. ως ουσ. ο πονηρός
ο διάβολος, ο σατανάς
3. το ουδ. ως ουσ. το πονηρό(ν)
πονηρία, κακό
4. φρ. «πονηρά πνεύματα» — τα δαιμόνια
νεοελλ.
1. φιλύποπτος, καχύποπτος
2. αυτός που δεν μπορεί κανείς να τον εξαπατήσει, να τον γελάσει εύκολα
3. πανέξυπνος, διαβολεμένος
αρχ.
1. (για το σώμα) αυτός που υποφέρει, που ταλαιπωρείται από κόπους και βάσανα, τυραννισμένος, πόνηρος
2. αυτός που προκαλεί κόπο ή λύπη, κουραστικός, επίπονος
3. αυτός που βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, εξαθλιωμένος, άχρηστος
4. δειλός, άνανδρος
5. (με πολιτική σημ.) ποταπός, ευτελής, τιποτένιος
6. φρ. α) «πονηρά σκώμματα» — ελεεινά, άνοστα αστεία
β) «πονηρὰ χρώματα» — τα χρώματα του δειλού, τα ωχρά χρώματα που προδίδουν δειλία.
επίρρ...
πονηρώς/ πονηρῶς ΝΜΑ και πονηρά Ν
με τρόπο πονηρό
αρχ.
φρ. «πονηρῶς ἔχειν» — βρίσκομαι σε κακή κατάσταση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πόνος + κατάλ. -ηρός. Το επίθ. πονηρός με αρχική σημασία «αυτός που προκαλεί πόνο, κουραστικός, επίπονος» εξελίχθηκε «επί κακώ» στη σημασία «κακός, δόλιος, πανούργος» (πρβλ. μόχθος: μοχθηρός)].

Greek Monotonic

πονηρός: -ά, -όν (πονέω),
I. επίπονος, επώδυνος, δυσάρεστος, σε Θέογν., Αριστοφ.
II. με αρνητική σημασία, αυτός που βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση, ανώφελος, ανίκανος για κάτι, σε Αριστοφ., Πλάτ. κ.λπ.· επίρρ., πονηρῶς ἔχειν, σε άθλια κατάσταση, σε Θουκ.
III. 1. με ηθική σημασία, κακός, ανάξιος, πανούργος, Λατ. pravus, impro­bus, σε Αισχύλ., Ευρ.· πονηρὸς κἀκ πονηρῶν, απατεώνας, κακός και γιος των κακών, σε Αριστοφ.· πόνῳ πονηρός, πονηρός με μόχθο και κούραση, με μελέτη, στον ίδ.· ὁ πονηρός, ο Σατανάς, σε Καινή Διαθήκη
2. άθλιος, ποταπός, σε Σοφ.· πονηρὰ χρώματα, χρώματα που παίρνει ο δειλός, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

πονηρός:
1) плохой, дурной, скверный (πράγματα Thuc.; σῶμα и ἕξις σώματος Plat.): πονηρὰ ἀρχή Aeschin. плохое начало;
2) негодный, испорченный (τροφή Plat.);
3) бесчестный, низкий, подлый (τὰ ἔργα Plat.; ἀνήρ Soph.);
4) злой, враждебный (τοῖς φίλοις, πρὸς ἀλλήλους Xen.);
5) трусливый, малодушный: πονηρὰ χρώματα Xen. трусливая бледность.
II
1) негодяй, мошенник, плут: π. κἀκ πονηρῶν Arph. мошенник из мошенников; πόνῳ π. Arph. злостный негодяй;
2) лукавый, т. е. дьявол (ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ NT).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πονηρός -ά -όν [πόνος] slecht alg. in slechte staat, ondeugdelijk:; πάνυ πονηρὰ... τὰ πράγματα de politieke toestand (was) heel slecht Thuc. 8.24.5; πονηρούς γ ’ εἶπας ἡμῖν ξυμμάχους dan heb je het wel over waardeloze bondgenoten voor ons Aristoph. Pl. 220; πονηρὰ σκώμματα waardeloze grappen Aristoph. Nub. 542; πονηρὰ πολιτεία een slechte staatsvorm Aristot. Pol. 1294b38; ὦ πονηρά arm kind! Men. Dysc. 587; adv. πονηρῶς:; π. ἔχειν er slecht aan toe zijn Thuc. 7.83.4; schadelijk:. φήμῃ πονηρᾷ met schadelijke woorden Aeschl. Ch. 1045; πονηρὰ σιτία ongezond voedsel Plat. Grg. 464d; πονηρὸν φαίνεται τὸ φορτίον de lading lijkt niet te deugen Aristoph. Pl. 352. sociaal-politiek laag, van lage afkomst, van laag allooi:; ὅταν πονηρὸς ἀξίωμ ’ ἀνὴρ ἔχῃ wanneer een man van laag allooi waardigheid krijgt Eur. Suppl. 424; subst.. οἱ πονηροί het plebs Aristoph. Eq. 186. moreel slecht, gemeen, verdorven:; πονηρὸς εἶ je bent verdorven Aristoph. Ve. 192; ὁρμῶντ ' ἐπὶ πονηρὸν πρᾶγμα tot een slechte daad geneigd Men. Epitr. 1107; spec. laf:; πόλεμος οὐδέν ’ ἄνδρ ’... αἱρεῖ πονηρόν oorlog doodt geen enkel laf man Soph. Ph. 437; subst. ὁ πονηρός slecht mens; NT Mt. 13.19; ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ verlos ons van het kwade NT Mt. 6.13; subst. τὰ πονηρά slechtheid:. ἡγεμονικοί εἰσι πρὸς τὰ πονηρά zij zetten aan tot slechtheid Xen. Cyr. 2.2.25.

Middle Liddell

πονηρός, ή, όν πονέω
I. toilsome, painful, grievous, Theogn., Ar.
II. in bad case, in sorry plight, useless, good-for-nothing, Ar., Plat., etc.:—adv., πονηρῶς ἔχειν to be in bad case, Thuc.
III. in moral sense, bad, worthless, knavish, Lat. pravus, improbus, Aesch., Eur.; πονηρὸς κἀκ πονηρῶν rogue and son of rogues, Ar.; πόνῳ πονηρός laboriously wicked, Ar.:— ὁ π. the evil one, NTest.
2. base, cowardly, Soph.; π. χρώματα the coward's hue, Xen.

Chinese

原文音譯:ponhrÒj 坡尼羅士
詞類次數:形容詞(76)
原文字根:痛苦-湧出的 相當於: (רַע‎)
字義溯源:有害的,惡毒的,痛苦的,嚴重的,難受的,作惡的,惡的,惡者,惡人,惡,惡事,惡處,歹人,可惡的,兇惡的,邪惡的,更惡的,有污,昏花,敗壞的,壞,壞話,毒,妄,紅(眼);源自(πόνος)=勞苦), (πόνος)出自(πένης)=貧窮),而 (πένης)又出自(πεντηκοστή)X*=辛勞)。這字用來描世人的邪惡,敗壞;世人對主耶穌也是十分兇惡。主耶穌所說的那惡者,就是指撒但說的( 太5:37; 13:19)。這世代也稱為邪惡的世代( 路11:29)。惡人要等候神的審判( 太13:49)。參讀 (ἄτοπος)同義字
出現次數:總共(77);太(24);可(2);路(14);約(3);徒(8);羅(1);林前(1);加(1);弗(3);西(1);帖前(1);帖後(2);提前(1);提後(2);來(2);雅(2);約壹(6);約貳(1);約叄(1);啓(1)
譯字彙編
1) 惡(20) 太9:4; 太12:35; 太12:35; 太12:35; 太15:19; 太18:32; 太22:10; 可7:22; 可7:23; 路6:45; 路6:45; 路8:2; 徒17:5; 徒19:12; 徒19:13; 徒19:15; 徒19:16; 來3:12; 雅2:4; 約叄1:10;
2) 惡者(10) 太5:37; 太13:19; 約17:15; 弗6:16; 帖後3:3; 約壹2:13; 約壹2:14; 約壹3:12; 約壹5:18; 約壹5:19;
3) 惡的(7) 太12:34; 太25:26; 約3:19; 約7:7; 羅12:9; 雅4:16; 約壹3:12;
4) 邪惡的(6) 路11:29; 加1:4; 弗5:16; 帖後3:2; 來10:22; 約貳1:11;
5) 惡人(4) 太5:39; 太13:49; 路6:45; 林前5:13;
6) 惡事(3) 路3:19; 徒25:18; 帖前5:22;
7) 邪惡(3) 太12:39; 太16:4; 西1:21;
8) 兇惡(3) 太6:13; 路11:4; 弗6:13;
9) 作惡的(2) 路6:35; 提後3:13;
10) 昏花(2) 太6:23; 路11:34;
11) 不好(2) 太7:11; 路11:13;
12) 壞(2) 太7:17; 太7:18;
13) 可惡的(1) 路19:22;
14) 惡的事(1) 徒18:14;
15) 妄(1) 提前6:4;
16) 毒的(1) 啓16:2;
17) 兇惡的(1) 提後4:18;
18) 惡處(1) 徒28:21;
19) 紅(1) 太20:15;
20) 惡者之(1) 太13:38;
21) 歹人(1) 太5:45;
22) 壞話(1) 太5:11;
23) 是惡(1) 路6:22;
24) 有污(1) 路7:21;
25) 更惡的(1) 路11:26
原文音譯:ponhrÒteroj 坡尼羅帖羅士
詞類次數:形容詞(2)
原文字根:痛苦(更多)
字義溯源:更惡的,此⋯更惡的,邪惡的;源自(πονηρός)=有害的,惡毒的); (πονηρός)出自(πόνος)=勞苦), (πόνος)出自(πένης)=貧窮),而 (πένης)又出自(πεντηκοστή)X*=辛勞)。註:聖經文庫將編號 (πονηρός)合併在 (πονηρός)內
出現次數:總共(2);太(2)
譯字彙編
1) 比⋯更惡的(1) 太12:45;
2) 邪惡的(1) 太12:45