Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαρούλι

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

το (AM μαρούλιον, Μ και μαρούλιν)
κοινή ονομασία είδους φυτού του γένους λακτούκα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μαρούλιον, πιθ. υποκορ. του λατ. amaryla (lactuca)].