Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θρίδαξ

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: θρίδαξ Medium diacritics: θρίδαξ Low diacritics: θρίδαξ Capitals: ΘΡΙΔΑΞ
Transliteration A: thrídax Transliteration B: thridax Transliteration C: thridaks Beta Code: qri/dac

English (LSJ)

(Cypr. θρόδαξ, q.v.), ᾰκος, ἡ, Ion. and Dor. for θριδακίνη,

   A lettuce, Epich.158, Hdt.3.32, Hp.Mul.1.78, Thphr.HP7.2.4, BGU 1118.13 (i B.C.), IG4.955.8 (Epid.), etc.:—also θρύδαξ, POxy.1212 (ii A.D.); θίδραξ, Hsch. s.v. [[θιδρακίνη. [ῐ]], Epich. l.c., AP9.412 (Phld.), 11.295 (Lucill.), 413 (Ammian.), cf. θριδακηΐς, -ίνη, -ινίς: the accentuation θρῖδαξ lacks authority.]

German (Pape)

[Seite 1219] ακος, ἡ, ion. u. dor. für θριδακίνη, Lattich, Salat; Her. 3, 32; Epicharm. Ath. II, 68 f; Plut. Cat. min. 46; Luc. Asin. 17. Nach Draco p. 76, 10 ist ι lang, also θρῖδαξ zu schreiben, aber bei Philodem. 30 Lucill. 117 (IX, 412. XI, 295) ist ι kurz, s. Mein. III p. 309.

Greek (Liddell-Scott)

θρίδαξ: -ᾰκος, ἡ Ἰων. καὶ Δωρ. ἀντὶ θριδακίνη, «μαροῦλι», Ἐπίχαρμ. 109 Αhr., Ἡρόδ. 3. 32, Ἱππ., κλ. ῑ κατὰ τὸν Δράκ. 76. 10, δι’ ὃ γραπτέον θρῖδαξ, οὐχί θρίδαξ, Ἀναγιγνώσκομεν ἀληθῶς θρῑδᾰκίσκας ἐν Ἀλκμᾶνι 62, καὶ θρῑδᾰκῑνας ἐν Εὐβούλ. Ἀστυτ. 1· ἀλλ’ ὑπάρχει πιθ. σφάλμα τι ἐνταῦθα. διότι ὁ Ἐπίχαρμ. ἔνθ’ ἀνωτ. ἔχει θρῐδᾰκος, ἀπαντᾷ δὲ καὶ θρῐδᾰκων ἐν Ἀνθ. Π. 9. 412., 11. 295· θρῐδᾰκες αὐτόθι 11. 413· οὕτω καὶ θρῑδᾰκῑνας Ἄμφις ἐν Ἰαλ. 1· θρῐδᾰκῑνίδων Στράττ. ἐν Ἀδήλ. 1. 6· θρῐδᾰκηΐδα Νικ. Θ. 838.

Spanish

lechuga

Greek Monolingual

θρίδαξ, -ακος, ἡ (Α)
το μαρούλι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Υποστηρίχθηκε ότι πρόκειται για δάνειο προελληνικής προελεύσεως, ενώ άλλοι συνέδεσαν τη λ. με το θρίον «φύλλο συκιάς», με σχηματισμό κατά το οίδαξ «αγριόσυκο».
ΠΑΡ. θριδακίνη, θριδάκιο(ν)
αρχ.
θριδακηΐς, θριδακίας, θριδάκινος, θριδακίσκα, θριδακώδης.

Greek Monotonic

θρίδαξ: [ῐ], -ᾰκος, ἡ, μαρούλι, σε Ηρόδ., κ.λπ.

Frisk Etymological English

-ακος
Grammatical information: f.
Meaning: lettuce (Epich., Ion., hell.).
Derivatives: θριδακίνη id. (Att., hell.; Chantraine Formation 204) with -ινίς f. (Stratt.), θριδακίσκα (Alkm. 20; Chantraine 407), θριδάκιον (Plu.); also θριδακίας = μανδραγόρας θῆλυς (Dsk., Chantraine 94) and the adj. θριδακ-ηΐς f. (Nic.), -ώδης (Dsc.) lettuce-like. - Several side-forms: θίδραξ (Arr., H.) with θιδρακίνη (H.; liquidametathesis; Schwyzer 258), θρύδαξ (pap.; after θρύον?), θρόδαξ (H.) with θοδράκιον (Choerob.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Acc. to Nehring Glotta 14, 151 Pre-Greek. Because of the typical leaves Strömberg Pflanzennamen 39 thinks of θρῖον fig-leaf, leaf in gen.. and compares οἶδαξ unripe figs. Through association with τρι- three arose folketymological τετρακίνη = θριδακίνη (Hippon. 135). (Not with Wood ClassPhil. 16, 64f. to ONo. drīta cacare etc.) For ο\/ι cf. τορνία σταφυλή beside θρινία ἄμπελος, Fur. 392.

Middle Liddell

θρί˘δαε, ᾰκος, ἡ,
lettuce, Hdt., etc.

Frisk Etymology German

θρίδαξ: -ακος
{thrídaks}
Grammar: f.
Meaning: ‘(wilder) Lattich’ (Epich., ion., hell.).
Derivative: Davon in derselben Bedeutung θριδακί̄νη (att., hell.; Chantraine Formation 204) mit -ινίς f. (Stratt.), θριδακίσκα (Alkm. 20; Chantraine 407), θριδάκιον (Plu.); außerdem θριδακίας = μανδραγόρας θῆλυς (Dsk., Chantraine 94) und die Adj. θριδακηΐς f. (Nik.), -ώδης (Dsk.) lattichähnlich. — Viele Nebenformen: θίδραξ (Arr., H.) mit θιδρακίνη (H.; Liquidametathese; Schwyzer 258), θρύδαξ (Pap.; nach θρύον), θρόδαξ (H.; wenn richtig, nach θρόνα?) mit θοδράκιον (Choerob.).
Etymology : Nach Nehring Glotta 14, 151 vorgriechisch. Wegen der für den Lattich charakteristischen Blätter denkt Strömberg Pflanzennamen 39 an θρῖον ‘Feigenblatt, Blatt im allg.’ mit Bildung z. B. nach οἶδαξ unreife Feige. Durch Assoziation mit τρι- drei entstand das volksetymologische τετρακίνη = θριδακίνη (Hippon. 135). Nicht mit Wood ClassPhil. 16, 64f. zu ano. drīta cacare usw. (idg. dhrei- zerreiben, zerschneiden, wozu noch θρίψ u. a.).
Page 1,683