Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ματώνω

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

ματώνω)
1. χάνω αίμα, αιμορραγώ («τα σωθικά ματώσασι και αίμα πολύν εφτύσα», Ερωτόκρ.)
2. προκαλώ ροή αίματος, τραυματίζω
3. φρ. «μού ματώνει την καρδιά» — μέ πληγώνει ψυχικά, μού προξενεί μεγάλη λύπη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. αἱματῶ < αἷμα, -ατος].