Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ματώνω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ματώνω)
1. χάνω αίμα, αιμορραγώ («τα σωθικά ματώσασι και αίμα πολύν εφτύσα», Ερωτόκρ.)
2. προκαλώ ροή αίματος, τραυματίζω
3. φρ. «μού ματώνει την καρδιά» — μέ πληγώνει ψυχικά, μού προξενεί μεγάλη λύπη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. αἱματῶ < αἷμα, -ατος].