Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αίμα

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

το (Α αἶμα) (Μ και γαῑμα ή αἶμας ή αἶμαν)
1. πολυσύστατο ζωτικό υγρό, χρώματος ερυθρού, το οποίο μέσω της καρδιάς, τών αρτηριών και τών φλεβών κυκλοφορεί στους ιστούς και στα όργανα του σώματος και τά διατηρεί στη ζωή
2. οτιδήποτε μοιάζει με αίμα κατά το χρώμα (για δήλωση του ζωηρού κόκκινου χρώματος)
3. γένος, καταγωγή
4. (για πρόσωπα) ο εξ αίματος στενός συγγενής, όμαιμος (στα νεοελλ. και τέκνο, παιδί «είναι αίμα μου!»)
5. έμμηνα, εμμηνόρροια
(Εκκλ.) ο οίνος της Θείας Μεταλήψεως ως σύμβολο του αίματος και της θυσίας του Χριστού
νεοελλ.
1. ροή αίματος, αιμορραγία
2. δύναμη, ικμάδα ή ό,τι πολυτιμότερο έχει κανείς
3. φρ. «αίμα αδερφίτικο» ή «αίμα δράκου», εμπειρικό φάρμακο που χρησιμοποιείται ως τονωτικό του αίματος
«αίμα στο αίμα», φόνος αντί φόνου, εκδίκηση
«ανάβουν τα αίματα», παρατηρείται έντονη δραστηριότητα, ζωηρότητα ή αναταραχή
«ανεβαίνει ή έρχεται το αίμα στο κεφάλι μου», οργίζομαι υπερβολικά, θολώνει το μυαλό μου
«βάζω κάποιον στα αίματα», παροτρύνω, εξωθώ, παρακινώ
«βασιλικό ή γαλάζιο αίμα», αριστοκρατική, ευγενική καταγωγή
«βράζει το αίμα μου», είμαι γεμάτος σφρίγος, ζωντάνια
«δεν έχω αίμα μέσα μου», είμαι κάτωχρος, ισχνός, καχεκτικός
είμαι απαθής, αδιάφορος, αδρανώ
«δίνω το αίμα μου», δίνω ό,τι πολυτιμότερο έχω για κάτι, θυσιάζομαι
«έχω γλυκό αίμα», είμαι συμπαθής, μέ συμπαθούν «κόβω το αίμα κάποιου», κατατρομάζω
«κόβεται ή φεύγει το αίμα μου», τρομάζω υπερβολικά, νιώθω να μέ εγκαταλείπουν οι αισθήσεις μου
«κολυμπώ, κυλιέμαι, πνίγομαι ή πλέω στο αίμα», για αιματοχυσία ή αιμορραγία
«με αίμα», με μόχθο, κοπιαστικά, με βάσανα και ταλαιπωρίες
«μέ πάει ή μού έρχεται αίμα», αιμορραγώ
«μπαίνω στα αίματα», παρακινούμαι, παρασύρομαι
«παίρνω το αίμα μου πίσω», εκδικούμαι, παίρνω εκδίκηση
«πίνω ή ρουφώ το αίμα κάποιου», απομυζώ, στερώ κάποιον από κάτι πο λύτιμο
λέγεται επίσης για να δηλώσει απειλή στη φρ. «θα σού πιω ή θα σού ρουφήξω το αίμα»
«σκοτωμένο ή μαύρο αίμα», το αίμα εκχυμώσεως από μωλωπισμό
«στάζω αίμα», είμαι αιματώδης, εύρωστος, ζωηρός, υγιής
στη φρ. «η πέννα μου στάζει αίμα», γράφω με δριμύτητα και επιθετικά για κάποιον «το αίμα της καρδιάς ή της ψυχής μου», πολύτιμο αγαθό, θησαυρός
«το αίμα τραβά», η συγγένεια έλκει τους ανθρώπους μεταξύ τους
«το έχω ή είναι στο αίμα μου», έχω εκ φύσεως μια ιδιότητα, ρέπω σε κάτι
«φτύνω αίμα», κάνω αιμόπτυση
«φτύνω αίμα για κάτι», εξασφαλίζω, κατορθώνω κάτι με μεγάλο μόχθο
«φωνάζει το αίμα του σκοτωμενου», ζητάει εκδίκηση
«χάνω αίμα», αιμορραγώ
«χύνεται αίμα», για δολοφονίες, συμπλοκές, μάχες
αρχ.
1. χυμός, απόσταγμα σταφυλιού, κρασί
2. θάρρος, κουράγιο, γενναιότητα
3. αιματοχυσία, δολοφονία, φόνος
4. νεκρός ή μελλοθάνατος
5. νεκρό σώμα, πτώμα
6. συγγένεια εξ αίματος
7. στον πληθ. τὰ αἵματα ποταμοί αίματος
8. φρ. «αἵματα σύγγονα», πτώματα αδελφών «ἐφ’ αἴματι φεύγω», για εξορία προς αποφυγή δίκης για φόνο
«ὅμαιμον αἷμα», φόνος συγγενούς
«ὁ πρὸς αἵματος», συγγενής εξ αίματος ή ομόφυλος
«οὐκ ἔχω αἷμα», είμαι ωχρός ή χωρίς ζωηρότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αἷμα ανήκει στις ελληνικές λέξεις με τη μακρότερη ιστορική παρουσία, αφού αναλλοίωτη μορφολογικά και σημασιολογικά χρησιμοποιείται αδιάλειπτα από τους χρόνους τών ομηρικών επών μέχρι σήμερα. Η λ. αἷμα φαίνεται πως αντικατέστησε νωρίς την παλιότερη -και ευρύτερα γνωστή στις ΙΕ γλώσσες- λ. ἐαρ (κ. εἶαρ / ἦρ) από ΙΕ eser / esen «αίμα», που εξελίχθηκε βαθμηδόν σε περιορισμένης χρήσεως λ. της ποιητικής ή και της τελετουργικής γλώσσας (πρβλ. την αντίθεση ὕδωρ - νερό, ἄρτος - ψωμί). Το ίδιο άλλωστε συνέβη με ομόρριζες λέξεις άλλων ΙΕ γλωσσών, που αντικαταστάθηκαν βαθμηδόν από άλλες: πρβλ. το λατ. aser «αίμα», που αντικαταστάθηκε από το sanguis, -inis «αίμα» (απ’ όπου τα σημερινά γαλλ. sang, ιταλ. sangue, ισπαν. sangre κ.ά.), το αρχ. ινδ. asrk «αίμα», που αντικαταστάθηκε επίσης από το rudhira «αίμα» (αρχ. σημ. «ερυθρός, κόκκινος») κ.ά. Η ετυμολογία της λ. αἷμα είναι αβέβαιη. Άλλοι συνδέουν τη λ. με το αρχ. γερμ. seim που δήλωνε το «καθαρό, στραγγισμένο μέλι», άλλοι με το αρχ. ινδ. is- που σήμαινε «χυμό, ποτό», ενώ σύμφωνα με μια νεώτερη ετυμολογία η λ. συνδέεται με το ἵημι «βάλλω, ρίχνω, χτυπώ» και σήμαινε αρχικά «πληγή από βέλος» και το αποτέλεσμα της πληγής («το αίμα που βγαίνει»). Η τελευταία ετυμολογία έχει το πλεονέκτημα ότι ερμηνεύει και το άγνωστης ή αβέβαιης σημασίας ομηρ. αἵμωνΣκαμάνδριον αἵμονα θήρης», Ε 49), που έτσι θα σήμαινε «τον βάλλοντα
αυτόν που σκοπεύει, που χτυπάει με βέλη» (< ἵημι), καθώς και ανθρωπωνύμια ή τοπωνύμια του τύπου Αἴμων, Ἱππαίμων, Ἀνδραίμων. Η λ. αίμα χρησιμεύει ως α΄ και β΄ συνθετικό πλήθους λέξεων ολόκληρης της Ελληνικής (αρχαίας - βυζαντινής - νεώτερης), καθώς και πολλών επιστημονικών όρων ελληνικής ή ελληνογενούς (ξένης) προελεύσεως. Ως α΄ συνθετικό εμφανίζεται στην Αρχαία Ελληνική με τις μορφές αἱμα- / αἱμο- (από το θέμα της ονομ. εν. αἷμ-α) και αἱματο- (από το θέμα της γεν. εν. αἵματ-ος): αἱμα- κουρίαι, αἱμά-λωψ - αἱμο-βαφής, αἱμο-βόρος, αἱμορ-ραγία, αἱμυρ-ροΐς - αἱματο-σταγής, αἱματό-φυρτος, αἱματόρ-ρυτος κ.λπ. Από τους τύπους αυτούς του α΄ συνθ., το μεν αἱμα-απαντά σπάνια, ενώ μεταξύ τών αἱματο- και αἱμο- που χρησιμοποιήθηκαν ευρύτερα ο τ. αἱμο -, που δημιουργήθηκε για μετρικούς κυρίως λόγους ήδη στην ομηρική γλώσσα, ήταν αυτός που έδωσε τα περισσότερα σύνθετα στην αρχαία (περίπου 40). Στη μετέπειτα Ελληνική επικράτησε ο τ. αἱματο-
πρβλ. μσν. αἱματό-βαπτος, αἱματό-θρεπτος, αἱματο-χαρής, αἱματό-χυτος, αἱματο-δόχος κ.ά.
νεοελλ. αιματο-βαμμένος, αιματο-βούτηχτος, αιματο-θυσία, αιματο-ξερνώ, αιματό-πνιχτος, αιματο-ρουφήχτρα, αιματο-λουσία κ.ά. Από σημασιολογικής πλευράς, τα σύνθετα αυτά χρησιμοποιήθηκαν σε δύο κυρίως τομείς του λεξιλογίου: στη λογοτεχνική (ιδιαίτερα στην ποιητική) γλώσσα (πρβλ. αρχ. αἱματολοιχός, αἱματορρόφος και αἱματοσταγής στον Αισχύλο, αἱμοβαφής στον Σοφοκλή, αἱμοβόρος και αἱμοπώτης στον Αριστοφάνη, αἱμοσταγής και αἱμόρραντος στον Ευριπίδη κ. ο. κ.) καί στην επιστημονική, ιδιαίτερα στην ιατρική ορολογία (αιμορροώ, αιμορραγώ, αιμορραγία, αιμορροΐς κ.ά.). Ως β΄ συνθετικό η λ. αἷμα εμφανίζεται στην αρχαία με τις μορφές -αιμων (ἀναίμων, ὁμαίμων, πολυαίμων κ.ά.), που είναι η αρχαιότερη κι η μόνη που μαρτυρείται σε σύνθετα της ομηρικής γλώσσας, και -αιμος που εμφανίζεται μετά τον Όμηρο και χρησιμοποιείται ευρύτατα στην ιατρική ιδίως ορολογία (ἔναιμος, ἔξαιμος, λίφαιμος, ὀλίγαιμος παχύαιμος κ.λπ. στον Ιπποκράτη, εὔαιμος στον Γαληνό κ.λπ.). Σπανιότερα χρησιμοποιείται ως β' συνθ. το -αίματος (ἀναίματος, φιλαίματος). Η λ. αἷμα ως α΄ συνθετικό, τόσο με τον τ. αιμο- όσο και ως αιματο-, χρησιμοποιείται σε πλήθος όρων της ιατρικής ιδίως ορολογίας τών ξένων γλωσσών, που έχουν μεταφερθεί αυτούσιοι στις ξένες γλώσσες (δάνεια της Ελληνικής) ή έχουν πλαστεί με βάση την ελληνική γλώσσα. Πρβλ. λ.χ. Αγγλική: haemo- / hemo- και haemato- / hemato-: hemochrumogen, hemodynamic, hemopara-site, haematoxylon, hematoplast, hematoscope κ.λπ. Γαλλική: hemo- και hemato-: hemocele, hemolyse, hemophthalmie, hematologie, hematemese, hematurie κ.λπ. Γερμανική: hamo- και hamato-: Hamopathie, Hamospasie, Hamophilie, Hamotherapie, Hamatologie, Hamatospermie, Hamatokrit, Hamaturie κ.λπ.].Παράγωγα και σύνθετα της λέξης αίμα:
ΠΑΡ. αιμάσσω, αιματηρός, αιματικός, αιμάτινος, αιματίτης
αρχ.
αἱμαλέος, αἱμάς, αἱματίζω, αἱματόεις, αἱματώ, αἱματωπός, αἱμηρός
αρχ.-μσν.
αἱματίς
μσν.
αἱματιαῖος
νεοελλ.
αιματάρης, αιματάς, αιματένιος, αιματήσιος, αιματιά, αιματούσα.
ΣΥΝΘ. Α΄
ΣΥΝΘ. αιμ-αγωγός, αίμ-αρθρο, αιματο-ειδής, αιματο-ποσία, αιματ-ώδης, αιμ-αχάτης, αιμο-βαφής, αιμο-βόρος, αιμό-δωρο, αιμο-πότης, αιμό-ρρυση, αιμό-ρρυτος, αιμο-σταγής, αιμό-σταση, αιμο-στατικός, αιμό-φυρτος
αρχ.
αἱμακο-ρίαι, αἱμά-λωψ, αἱματη-φόρος, αἱματο-λοιχός, αἱματο-πώτης, αἱματό-ρροος, αἱματο-ρρόφος, αἱματό-ρρυτος, αἱματο-σπόδητος, αἱματο-σταγής, αἱματο-χάρ-μης, αἱμό-βοτος, αἱμο-γενής, αἱμο-δαιτῶ, αἱμό-διψος, αἱμο-ειδής, αἱμό-κερχνον, αἱμο-λάπτις, αἱμο-πτυϊκός, αἱμό-πυον, αἱμο-ρραγής, αἱμό-ρραντος, αἱμο-ρροώ-δης, αἱμο-ρρυής, αἱμό-ρρυτος, αἱμό-στασις, αἱμο-φόρυκτος, αἱμο-χροώδης
αρχ.-μσν.
αἱματό-φυρτος, αἱμό-ρρους
μσν.
αἱματό-βαπτος, αἱματο-δεκτικός, αἱμα-το-ποιός, αἱματ-ουργός, αἱματό-χαρτος, αἱματό-χυτος, αἱμο-φανής, αἱμο-χυσία
μσν.- νεοελλ.
αἱματ-εκχυσία, αἱματο-δόχος, αἱματό-θρεπτος, αἱματο-πότης, αἱματο-στάλακτος, αἱματο-χυσία, αἱμο-μίκτης, αἱμο-μιξία, αἱμ-όφθαλμος, αἱμο-χαρής
νεοελλ.
αιμαθ-ίδρωοη, αιματ-αδελφοί, αιματ-άλευρο, αιματ-άνθρακας, αι-ματ-εγχυσία, αιματ-έμεση, αιματο-αχάτης, αιματο-βάφω, αιματο-βλαστός, αιματο-βούτηχτος, αιματο-βρέχω, αιματο-βυζαίνω
αιματο-γενής, αιματο-γόνος, αιματό-γραπτος, αιματο-γραφία, αιματο-διαγνωστική, αιματο-δυναμόμετρο, αιματο-ειδί-νη, αιματο-ελιά, αιματο-ζωάριο, αιματο-θυσία
αιματο-καλλιέργεια, αιματό-καρπος, αιματο-κεφαλία, αιματο-κήλη, αιματο-κηλίδα, αιματο-κηλίδωτος, αιματο-κόβω, αιματο-κοιλία, αιματο-κόκκινος, αιματο-κοπώ, αιματο-κυλίζω, αιματο-κύστη, αιματο-λάφτης, αιματο-λευκωματίνη, αιματο-λιπής, αιματο-λογία, αιματο-λόγος, αιματο-λουσία, αιματό-λουτρο
αιματο-μανής, αιματο-μετρία, αιματο-μήτρα, αιματο-μυελία, αιματο-μύλη, αιματ-όμφαλος, αιματο-νέραντζο, αιματό-νεφρος, αιματο-ξερνώ, αιματό-ξυλο, αιματο-πάθεια, αιματό-πετρα, αιματο-πίνης, αιματο-πλημμυρα, αιματό-πνιχτος, αιματο-πορφυρίνη, αιματο-ποτίζω, αιματό-πους, αιματο-πυόρροια, αιματο-ρούφης, αιματο-ρουφήχτρα, αιματό-ρραχις, αιματο-σάλπιγγα, αιματο-σκουριασμένος, αιματό-σπερμα, αιματό-στακτος, αιματο-σταξία, αιματο-στάτης, αιματο-συγγένεια
αιματό-τυπος, αιματ-ουρία, αιματ-ουρώ, αιματο-φαγία, αιματο-φάγος, αιματο-φασματοσκόπηση, αιματο-φοβία, αιματό-χαρος, αιματό-χορτο, αιματό-χρωμος, αιματό-ψειρα, αιματο-ωοθηκία, αιμ-ερυθρίνες.
Αιμο-αραίωση, αιμο-βαναδίνη, αιμό-βαπτος, αιμο-βιολόγος, αιμο-βλάστωση, αιμό-βοο, αιμο-γένεια, αιμο-δηλητήρια, αιμο-δηλητηρίαση, αιμο-διαγνωστική, αιμο-διάγραμμα, αιμο-διαθλασίμετρο, αιμο-διάλυση, αιμο-διψής, αιμο-δότης, αιμο-δρομογραφία, αιμο-δρομόμετρο, αιμο-δυναμική, αιμο-δυναμόμετρο
αιμο-ερυθρίνη, αιμο-ζωίνη, αιμο-θεραπεία, αιμο-θυλάκιο, αιμο-θώρακας, αιμοκαλλιέργεια, αιμο-κηκιδόλη, αιμο-κλασία, αιμό-κοιλο, αιμο-κοκκίδια, αιμο-κολλητίνες, αιμο-κόνια, αιμο-κουπρεΐνη, αιμο-κρινία, αιμο-κρισία, αιμο-κρυοσκοπία, αιμο-κυανίνη, αιμο-κυτοβλάστη, αιμο-κυτόζωο, αιμο-κυτόμετρο, αιμο-λέμφος, αιμο-ληψία, αιμό-λιθος, αιμό-λυση, αιμο-λυσίνη
αιμο-μετάγγιση, αιμό-μετρο, αιμο-μιγής, αιμο-πά-θεια, αιμο-παθολογία, αιμο-περικάρδιο, αιμο-περιτόναιο, αιμο-πετάλιο, αιμο-πλασία, αιμο-πνευμονοθώρακας, αιμο-πνευμοπερικάρδιο, αιμο-ποίηση, αιμο-ποιώ, αιμο-προγνωστική, αιμό-πτυση, αιμο-πτυστώ, αιμο-πυρρόλη
αιμο-σιδηρίνη, αιμό-σιτα, αιμο-σκοπία, αιμο-σπασία, αιμο-σπερμία, αιμό-στικτος, αιμο-συγκέντρωση, αιμο-συγκόλληση, αιμο-σφαίρια, αιμο-σφαιριομέτρηση, αιμο-σφαιριόμετρο, αιμο-σφράγιστος, αιμο-ταχυγραφία, αιμο-ταχύμετρο, αιμο-τοξίκωση, αιμο-τοξίνη, αιμο-τύμπανο, αιμο-ΰδραθρο, αιμο-φάγος, αιμο-φασματοσκόπιο, αιμ-οφθαλμία, αιμοφ-θόρος, αιμο-φιλία, αιμό-φιλος, αιμό-φλυξ, αιμο-φοβία, αιμο-φόρος, αιμο-φτύνω, αιμο-χρωμάτωση, αιμο-χρωμογόνο, αιμο-χρωστικός.Β'
ΣΥΝΘ. -ΑΙΜΑΤΟΣ: αν-αίματος
αρχ.
πολυ-αίματος, φιλ-αίματος
νεοελλ.
γαλαζο-αίματος, γλυκο-αίματος, πικρο-αίματος.-ΑΙΜΙΑ: αν-αιμία, πολυ-αιμία
αρχ.
εὐ-αιμία, λιφ-αιμία, ὀλιγ-αιμία
νεοελλ.
αερ-αιμία, γλυκ-αιμία, θερμο-αιμία, ισχ-αιμία, κντταρ-αιμία, λευχ-αιμία, μελαν-αιμία, ουρ-αιμία, πυ-αιμία, σακχαρ-αιμία, σηψ-αιμία, τοξιν-αιμία, υπερ-αιμία, χολ-αιμία, ψυχρ-αιμία. -ΑΙΜΟΣ: άν-αιμος, έν-αιμος, όμ-αιμος, πολύ-αιμος
αρχ.
ἄφ-αιμος, αὔθ-αιμος, δί-αιμος, ἔξ-αιμος, εὔ-αιμος, ἴσχ-αιμος, κάθ-αιμος, λίφ-αιμος, ὀλίγ-αιμος, ὀλιγό-αιμος, παχύ-αιμος, σύν-αιμος, ὕφ-αιμος, φίλ-αιμος
νεοελλ.
θερμό-αιμος, καθαρό-αιμος, κυανό-αιμος, ταυτό-αιμος, ψύχρ-αιμος, ψυχρό-αιμος. -ΑΙΜΩΝ: αρχ. ἀν-αίμων, αὐθ-αίμων, ἐν-αίμων, ἐξ-αίμων, ὁμ-αίμων, συν-αίμων, φιλ-αίμων.