Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγιστόσωμος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: μεγιστόσωμος Medium diacritics: μεγιστόσωμος Low diacritics: μεγιστόσωμος Capitals: ΜΕΓΙΣΤΟΣΩΜΟΣ
Transliteration A: megistósōmos Transliteration B: megistosōmos Transliteration C: megistosomos Beta Code: megisto/swmos

English (LSJ)

ον,

   A of largest frame, Tz.H.8.272.

German (Pape)

[Seite 110] mit sehr großem Körper, Tzetz.

Greek (Liddell-Scott)

μεγιστόσωμος: -ον, ὁ ἔχων μέγιστον σῶμα, Τζέτζ. Ἱστ. 8, 872.

Greek Monolingual

μεγιστόσωμος, -ον (Μ)
αυτός που έχει πάρα πολύ μεγάλο σώμα, μεγαλόσωμος, σωματώδης.