Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεσημέρι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το (ΑM μεσημέριον, Α δωρ. τ. μεσαμέριον, Μ μεσημέριν και μεσομέριν και μισομέρι)
(το ουδ. ως επίρρ.) κατά το μέσο της ημέρας (α. «πᾷ δὴ τὸ μεσαμέριον πόδας ἕλκεις», Θεόκρ.
β. «το μεσημέρι θα ετοιμάσω τις βαλίτσες μου»)
νεοελλ.
1. συνεκδ. η προχωρημένη ή περασμένη ώρα της ημέρας («πήγε μεσημέρι κι ακόμη να ξυπνήσει»
2. φρ. «μάς πήρε το μεσημέρι» — αργήσαμε, καθυστερήσαμε
3. παροιμ. «μεσημέρι τά μπάζω, μεσημέρι τά βγάζω, τί έχουν τα έρμα και ψοφούν;» — λέγεται για τους νωθρούς ανθρώπους οι οποίοι, ενώ δυστυχούν από δική τους υπαιτιότητα, δεν συνειδητοποιούν την κατάστασή τους
νεοελλ.-μσν.
1. το μέσο της ημέρας, η ώρα που μεσουρανεί ο Ήλιος, η δωδέκατη ώρα της ημέρας («πέρασε το μεσημέρι κι ακόμη δεν φάγαμε»)
2. φρ. «κάνω κάτι μέρα μεσημέρι» — κάνω κάτι κατά τη διάρκεια της ημέρας και έτσι γίνεται ολοφάνερη η ενέργειά μου («τή λήστεψε μέρα μεσημέρι»)
μσν.
ο νότιος άνεμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μεσημέρι είναι μεταγενέστερος (Θεόκριτος), σύνθετο εκ συναρπαγής από τη φρ. μέση ἀμέρα].