Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεταβίβαση

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

η
1. η μεταφορά από ένα μέρος σε άλλο
2. η εκχώρηση και η νομική πράξη της εκχώρησης ενός πράγματος ή δικαιώματος σε άλλον (α. «μεταβίβαση ακινήτου» β. «μεταβίβαση κυριότητας» γ. «μεταβίβαση κληρονομιάς»)
3. (επικοιν.) η ενέργεια της μετάδοσης ενός τηλεγραφικού ή τηλεφωνικού μηνύματος, αλλ. μετάδοση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μεταβιβάζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Λεξικόν Νομοτεχνικόν Ιταλοελληνικόν].