Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μοχλέω

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: μοχλέω Medium diacritics: μοχλέω Low diacritics: μοχλέω Capitals: ΜΟΧΛΕΩ
Transliteration A: mochléō Transliteration B: mochleō Transliteration C: mochleo Beta Code: moxle/w

English (LSJ)

Ion. for foreg., στήλας τε προβλῆτας ἐμόχλεον

   A they strove to heave them up with levers, Il.12.259.

German (Pape)

[Seite 212] = Vorigem, στήλας τε προβλῆτας ἐμόχλεον, sie warfen mit Hebeln die Säulen um, Il. 12, 259.

Greek (Liddell-Scott)

μοχλέω: Ἰων. ἀντὶ τοῦ προηγ., στήλας τε προβλῆτας ἐμόχλεον, «διὰ μοχλῶν ἐκίνουν» (Σχόλ.), Ἰλ. Μ. 259.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
c. μοχλεύω.

English (Autenrieth)

pry or heave up (with levers. μοχλοί), Il. 12.259†.

Greek Monolingual

μοχλέω (Α)
(ιων. και επ. τ.) βλ. μοχλεύω.

Greek Monotonic

μοχλέω: Ιων. αντί του προηγ., στήλας ἐμόχλεον, προσπαθούσαν να τις ανυψώσουν με μοχλούς, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

μοχλέω: ломом расшатывать, ломать (στῆλας προβλῆτας Hom.).

Middle Liddell

μοχλέω, [ionic for μοχλεύω
στήλας ἐμόχλεον they strove to heave them up with levers, Il.