Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μπουκιά

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

η μπούκα
1. η ποσότητα τροφής που μπορεί να χωρέσει κάθε φορά στο στόμα, αλλ. βουκιά
2. φρ. α) «δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα» — δεν έφαγε απολύτως τίποτε
β) «δίνει και τη μπουκιά του» — είναι πάρα πολύ φιλότιμος και γενναιόδωρος
γ) «είναι μπουκιά και συχώριο» — λέγεται για πολύ όμορφο και επιθυμητό άτομο
δ) «μια μπουκιά άνθρωπος» — μικρόσωμος, μικροκαμωμένος, ανίσχυρος ή μικρός στην ηλικία.