Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μπουκιά

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

η μπούκα
1. η ποσότητα τροφής που μπορεί να χωρέσει κάθε φορά στο στόμα, αλλ. βουκιά
2. φρ. α) «δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα» — δεν έφαγε απολύτως τίποτε
β) «δίνει και τη μπουκιά του» — είναι πάρα πολύ φιλότιμος και γενναιόδωρος
γ) «είναι μπουκιά και συχώριο» — λέγεται για πολύ όμορφο και επιθυμητό άτομο
δ) «μια μπουκιά άνθρωπος» — μικρόσωμος, μικροκαμωμένος, ανίσχυρος ή μικρός στην ηλικία.