Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μπουρέκι

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το (Μ [μ]πουρέκι[ον])
νεοελλ.
1. γλύκισμα με φύλλα ζύμης και γέμιση κρέμας
2. φαγητό με φύλλα ζύμης, γεμιστά με τυρί, κρέας και χόρτα
μσν.
είδος πίτας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. borek].