Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μυκητίαση

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

η
1. (ιατρ. -κτην.) γενική ονομασία διαφόρων παρασιτικών νόσων που προκαλούνται από παθογόνους μικροσκοπικούς μύκητες και οι οποίες διακρίνονται σε επιπολής δερματικές, υποδόριες και εν τω βάθει
2. (φυτοπαθ.) ασθένεια τών φυτών που εκδηλώνεται με αποξήρανση ή τοπική ασθένεια η οποία προσβάλλει κυρίως τα φύλλα, μερικές φορές όμως και τα σπέρματα, τους κονδύλους ή τους αποθηκευμένους καρπούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μύκης + κατάλ. -ίαση. Η λ., στον λόγιο τ. μυκητίασις, μαρτυρείται από το 1852 στον Θ. Ορφανίδη].