Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ασθένεια

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (AM ἀσθένεια) ασθενής
1. έλλειψη σθένους, αδυναμία σωματική ή ψυχική
2. αρρώστια, νόσος
3. αδυναμία, νοσηρή κατάσταση της ψυχής και του σώματος του ανθρώπου (σε σχέση με τον Θεό)
4. αμαρτία
νεοελλ.
επιδημία
αρχ.
η πενίαἀσθένεια βίου»).