Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ασθένεια

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM ἀσθένεια) ασθενής
1. έλλειψη σθένους, αδυναμία σωματική ή ψυχική
2. αρρώστια, νόσος
3. αδυναμία, νοσηρή κατάσταση της ψυχής και του σώματος του ανθρώπου (σε σχέση με τον Θεό)
4. αμαρτία
νεοελλ.
επιδημία
αρχ.
η πενίαἀσθένεια βίου»).