Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεαίρετος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: νεαίρετος Medium diacritics: νεαίρετος Low diacritics: νεαίρετος Capitals: ΝΕΑΙΡΕΤΟΣ
Transliteration A: neaíretos Transliteration B: neairetos Transliteration C: neairetos Beta Code: neai/retos

English (LSJ)

ον,

   A newly taken, θήρ A.Ag.1063; πόλις ib.1065; βούβαλις Id.Fr.330.

German (Pape)

[Seite 234] neuerdings, eben erst gefangen, erobert, θήρ, πόλις, Aesch. Ag. 1033. 1035.

Greek (Liddell-Scott)

νεαίρετος: -ον, νεωστὶ συλληφθείς, κυριευθείς, θὴρ Αἰσχύλ. Ἀγ. 1063· πόλις αὐτόθι 1065· βούβαλις ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 316.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui vient d’être pris.
Étymologie: νέος, αἱρέω.

Greek Monolingual

νεαίρετος, -ον (Α)
αυτός που κυριεύθηκε μόλις πριν από λίγο ή αυτός που συνελήφθη πρόσφατα («πόλιν νεαίρετον», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο)- + -αιρετος (< αἱρῶ «κυριεύω»)].

Greek Monotonic

νεαίρετος: -ον, αυτός που έχει πρόσφατα συλληφθεί, που έχει κυριευθεί, σε Αισχύλ.

Middle Liddell

νε-αίρετος, ον
newly taken, Aesch.