Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεσπώ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

-άω και ξεσπάζω και ξεσπάνω
1. (ιδίως για υγρό)
σπάζω το εμπόδιο που μέ συγκρατεί και χύνομαι με ορμή
2. μτφ. εξωτερικεύω τα συναισθήματά μου με βίαιο ή απότομο τρόπο, εκδηλώνομαι ορμητικά, βίαια, ραγδαία
3. ξεθυμαίνω, ικανοποιώ την οργή μου («θα ξεσπάσω σε σένα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐξ-έσπασα (βλ. και λ. ξε), αόρ. του ρ. ἐκ-σπῶ].