Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξυληβόρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ξῠληβόρος Medium diacritics: ξυληβόρος Low diacritics: ξυληβόρος Capitals: ΞΥΛΗΒΟΡΟΣ
Transliteration A: xylēbóros Transliteration B: xylēboros Transliteration C: ksylivoros Beta Code: culhbo/ros

English (LSJ)

ον, A eating wood, Id. (-ιβ- cod.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 280] Holz fressend, von Würmern, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

ξῠληβόρος: -ον, ὁ τρώγων τὸ ξύλον, ξυλοφάγος, Ἡσύχ.

Greek Monolingual

ξυληβόρος, -ον (Α)
(κατά τον Ησύχ.) αυτός που τρώει το ξύλο, ο ξυλοφάγος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξύλον + συνδετικό φωνήεν -η- πιθ. για μετρικούς λόγους + -βόρος (< βορά), πρβλ. αμφο-βόρος].