Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξυλόφρακτος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ξῠλόφρακτος Medium diacritics: ξυλόφρακτος Low diacritics: ξυλόφρακτος Capitals: ΞΥΛΟΦΡΑΚΤΟΣ
Transliteration A: xylóphraktos Transliteration B: xylophraktos Transliteration C: ksylofraktos Beta Code: culo/fraktos

English (LSJ)

ον,

   A fenced with wood, ξ. γέφυρα, = pons sublicius, D.H.3.55,5.24,9.68.

German (Pape)

[Seite 282] mit Holz eingehägt, befestigt, γέφυρα, D. Hal. 5, 24.

Greek (Liddell-Scott)

ξῠλόφρακτος: -ον, πεφραγμένος διὰ ξύλων, ἔχων ξύλινον φραγμόν, ξ. ξέφυρα, ἡ ἐν Ρώμῃ γέφυρα pons sublicius, Διον. Ἁλ. 3. 55., 5. 24., 9. 68.

Greek Monolingual

ξυλόφρακτος, -ον (Α)
αυτός που έχει ξύλινο φραγμό, περιφραγμένος με ξύλοξυλόφρακτος γέφυρα», Διον. Αλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξύλον + -φρακτος (< φράσσω), πρβλ. ημί-φρακτος].