Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποτελειώνω

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

(AM ἀποτελειῶ, -όω)
1. φέρνω κάτι σε τέλος, συμπληρώνω, αποπερατώνω
2. θανατώνω
3. δέρνω ή βασανίζω κάποιον χωρίς έλεος
4. πεθαίνω
αρχ.-μσν.
οδηγώ κάποιον σε ηθική ανωτερότητα
αρχ.
1. φέρνω κάτι σε πλήρη ωριμότητα
2. παθ. γίνομαι ώριμος, τέλειος σωματικά και πνευματικά.