ομοιόβιος

From LSJ

συμπεφύκασι γὰρ αἱ ἀρεταὶ τῷ ζῆν ἡδέως (Epicurus' Letter to Menoeceus via Diogenes Laertius 10.132.10) → The virtues are part and parcel of the stress-free life

Source

Greek Monolingual

ὁμοιόβιος, -ον (ΑΜ)
αυτός που διάγει τον ίδιο βίο με άλλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομοι(ο)- + βίος (πρβλ. μακρόβιος)].