Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παγγήρως

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: παγγήρως Medium diacritics: παγγήρως Low diacritics: παγγήρως Capitals: ΠΑΓΓΗΡΩΣ
Transliteration A: pangḗrōs Transliteration B: pangērōs Transliteration C: paggiros Beta Code: paggh/rws

English (LSJ)

ων,

   A very old, Tz.ad Lyc.826.

German (Pape)

[Seite 435] ganz, sehr alt, Tzetz. ad Lycophr. 826.

Greek (Liddell-Scott)

παγγήρως: -ων, λίαν γέρων, ὑπέργηρος, Τζέτζ. εἰς Λυκόφρ. 866, κτλ.

Greek Monolingual

παγγήρως (-ων (ΑΜ)
υπέργηρος («παγγήρων γραῡν», Τζέτζ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + -γήρως (< γῆρας), με αφομοιωτική τροπή του -ν- σε -γ- (πρβλ. ευ-γήρως)].