Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πασχάλιος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-α, -ο / πασχάλιος, -ία, -ον, ΝΜΑ
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο Πάσχα, πασχαλινός
νεοελλ.
1. το ουδ. ως ουσ. το πασχάλιο(ν)
εκκλ. πίνακας με τις ημερομηνίες τών κινητών εορτών με βάση την ημέρα εορτασμού του Πάσχα
2. φρ. «έχασε τα πασχάλια του» ή «έχασε τ' αβγά και τα πασχάλια» — έχασε τον ειρμό της σκέψης, δεν ξέρει τί του γίνεται
νεοελλ.-μσν.
φρ. «Πασχάλιον Χρονικόν» — εκτενές χρονικό ανωνύμου το οποίο περιέχει κατά χρονολογική σειρά τα ιστορικά γεγονότα από κτίσεως κόσμου μέχρι το 629.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Πάσχα + κατάλ. -άλιος (πρβλ. νηφ-άλιος)].