Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πειθοδικαιόσυνος

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Full diacritics: πειθοδῐκαιόσῠνος Medium diacritics: πειθοδικαιόσυνος Low diacritics: πειθοδικαιόσυνος Capitals: ΠΕΙΘΟΔΙΚΑΙΟΣΥΝΟΣ
Transliteration A: peithodikaiósynos Transliteration B: peithodikaiosynos Transliteration C: peithodikaiosynos Beta Code: peiqodikaio/sunos

English (LSJ)

ον,

   A pleading the cause of justice or obedient to justice, PMag.Lond.46.403.

Spanish

defensor de la causa de la justicia

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που πείθεται, που υπακούει και πειθαρχεί στο έργο της δικαιοσύνης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. πειθ- του πείθω + δικαιοσύνη.