Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολυείμων

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: πολυείμων Medium diacritics: πολυείμων Low diacritics: πολυείμων Capitals: ΠΟΛΥΕΙΜΩΝ
Transliteration A: polyeímōn Transliteration B: polyeimōn Transliteration C: polyeimon Beta Code: poluei/mwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος,

   A of many garments, Mesom.Sol.25(prob.).

German (Pape)

[Seite 662] ον, von oder mit vielen Kleidern, κόσμος, Dionys. 2, v. l. πολυοίμων.

Greek (Liddell-Scott)

πολυείμων: -ον, ὁ ἐκ πολλῶν ἐνδυμάτων συνιστάμενος, κόσμος Διον. ἐν Brunck Anal. 2. 254.

Greek Monolingual

και πολυοίμων, -ον, Α
αυτός που αποτελείται από πολλά ενδύματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -είμων (< εἷμα, τὸ «ένδυμα»), πρβλ. κακο-είμων, μελανο-είμων].