Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πραγμάτευμα

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: πραγμᾰτευμα Medium diacritics: πραγμάτευμα Low diacritics: πραγμάτευμα Capitals: ΠΡΑΓΜΑΤΕΥΜΑ
Transliteration A: pragmáteuma Transliteration B: pragmateuma Transliteration C: pragmatevma Beta Code: pragma/teuma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A business, concern, τὸ π. τὸ τῶν ῥητόρων Phld.Rh.1.82 S., cf. 79S.

Greek (Liddell-Scott)

πραγμάτευμα: τό, = πραγματεία, Εὐστ: Πονημάτ. 70. 62.

Greek Monolingual

-ατος, τὸ, ΜΑ πραγματεύομαι
ασχολία, υπόθεση, έργο («τὸ πραγμάτευμα τὸ τῶν ῥητόρων», Φιλόδ.).