Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πραγματοειδής

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: πραγμᾰτοειδής Medium diacritics: πραγματοειδής Low diacritics: πραγματοειδής Capitals: ΠΡΑΓΜΑΤΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: pragmatoeidḗs Transliteration B: pragmatoeidēs Transliteration C: pragmatoeidis Beta Code: pragmatoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A laborious, troublesome, Hp.Mul.1.70 (Comp.).

German (Pape)

[Seite 693] ές, voll von Geschäften, mühsam, Hippocr. Vgl. πραγματώδης.

Greek (Liddell-Scott)

πραγμᾰτοειδής: -ές, ἐπίπονος, κοπώδης, ὀχληρός, Ἱππ. 618. 25.

Greek Monolingual

-ες, Α
1. πολυάσχολος
2. επίπονος, κοπιαστικός
3. ενοχλητικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρᾶγμα, -ατος + -ειδής].