Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρᾶγμα

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: πρᾶγμα Medium diacritics: πρᾶγμα Low diacritics: πράγμα Capitals: ΠΡΑΓΜΑ
Transliteration A: prâgma Transliteration B: pragma Transliteration C: pragma Beta Code: pra=gma

English (LSJ)

ατος, τό, Ion. πρῆχμα Schwyzer 688 B16, C5 (Chios, v B. C.), GDI5598.4 (Ephesus); also πρῆγμα Hdt.5.33, al., but Hdt. perh. wrote πρῆχμα, which is v. l. in 1.133 ap.Ath.4.144a (cod. A), and in 3.49,57 (POxy.1619.326,379); cf. πρήχματος οὐχ ὁσίου imitated from Hdt. in Epigr.Gr.1092 (Erechtheum): (πράσσω):—

   A deed, act, the concrete of πρᾶξις, but freq. approaching to the abstract sense, Thgn.116, al.; opp. λόγοι, D.2.12, etc.; πραγμάτων ὀρθὰν ὁδόν Pi.O. 7.46; γυναίου π. ἐποίει did the act of a woman, D.25.57, cf. 18.24, etc.    II occurrence, matter, affair, πᾶσαν τελευτὰν πράγματος Pi.O. 13.75, cf. P.4.278; τί τοῦδε σοὶ μέτεστι π. λέγε A.Eu.575, cf. 584; π. τοιόνδε συνηνείχθη γενέσθαι Hdt.5.33, cf. 9.92, Th.2.64; ἐς μέσον σφι προετίθεε τὸ π. Hdt.1.206; τί δ' εἰδὼς τοῦδε π. πέρι; S.Aj.747 codd.; τὸ π. εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη D.21.111; ὁρᾶτε τὸ π., οἷ προελήλυθε κτλ., Id.4.9, cf. 8.7.    2 thing, concrete reality, ἆρ' ἔστιν αὔλησίς τι π.; Epich.171.1; opp. ὄνομα, Pl.Cra.391b, 436a, And.4.27; δύο π… τοιάδε, οἷον Κρατύλος καὶ Κρατύλου εἰκών Pl.Cra.432b; ὡς ἀργαλέον π. ἐστίν c. inf., Ar.Pl.1; οὐδὲ π. οὐθέν ἐστι παρὰ τὰ μεγέθη . . τὰ αἰσθητὰ κεχωρισμένον Arist. de An.432a3, cf. Mete.379a32, Ph.226b30, 227b28; διαμάχονται περὶ τοῦ λευκὸν ἢ μὴ λευκὸν εἶναι τὸ π. Plu.2.1109d, cf. 1112d; ἐξ ἀζωΐας καὶ ζωῆς συγκείμενον π. Porph.Sent.21 : pl., τῶν π. ἀΐδιος ἔσσα Philol.6, cf. Democr.164, Arist.Xen.974a25, Pol.1252a24; τὰ μετέωρα π. Ar.Nu.228, cf. 250, 741; opp. ὀνόματα, Pl.Cra.39oe, D.9.15.    b contemptuously, thing, creature, κακῷ πράγματι wretched creature, viz. the sophist, Pl.Prt.312c; τούτῳ τῷ π., viz. the demos, Id.Grg.520b; ὁ δῆμος ἀσταθμητότατον π. D.19.136; ἄμαχον π., of a woman, X. Cyr.6.1.36.    3 like πρᾶξις 1.2, ὄφελος 1, in Hdt., πρῆγμά ἐστι or ἐστί μοι, c. inf., it is advantageous for me, εὕρισκε π. οἱ εἶναι ἐλαύνειν 1.79, cf. 4.11: with a neg., εὕρισκέ οἱ οὐ π. εἶναι στρατεύεσθαι Id.7.12: also c. acc. et inf., οὐδὲν ἂν εἴη π. γνώμας ἐμὲ σοὶ ἀποφαίνεσθαι there will be no advantage or need, Id.1.207; π. ἂν ἦν μοῦνον the only thing needful, Id.7.130.    4 thing of consequence or importance, π. ποιήσασθαι [τι] ib.150; π. οὐδὲν ἐποιήσαντο Id.6.63; οὐδὲν π., ὦ Σώκρατες no matter, S., Pl.Grg.447b, cf. E.Med.451; ὡς . . οὐδὲν ὂν π., εἰ καὶ ἀποθάνοι Pl.Euthphr.4d; δῆλον ἦν ὅτι π. τι εἴη that there was something the matter, X.An.4.1.17.    b π. ἐστί μοι it concerns me, σφίσι τε καὶ Ἀθηναίοισι εἶναι οὐδὲν π. they had nothing to do with the A., Hdt.5.84, cf. D.18.283; ᾧ μὴ π. μὴ εἰσίναι no admittance except on business, Sammelb.6152.22 (i B. C.): c. gen. rei, οἷς μηδὲν ἦν π. τοῦ πολέμου who were not concerned in the war, Plu.Pomp.65; τὸ σὸν τί ἐστι π.; what is your pursuit or business, what are you about? Pl. Ap.20c, cf. Alc.1.104d.    c μέγα π. a man of consequence, D.35.15; τὸ μέγα π. ἐν τῇ πόλει Men.Sam.175; ἦν μέγιστον π. Δημοκήδης παρὰ βασιλέϊ he was made much of by the king, Hdt.3.132; π. μέγα φρέατος a fine large tank, Alex.179.    5 used of a battle, action, affair, ὡς οἱ σωθέντες ἐκ τοῦ π. ἀπέφυγον X.HG7.1.17.    6 τὸ π. the love-affair of Harmodius and Aristogeiton, Aeschin.1.132.    7 fact, opp. λόγος, ὄνομα, Arist. Top.146a3, SE175a8; πρὸς τὸ π. καὶ τὴν ἀλήθειαν Id.Ph.263a17: pl., οὐκ ἐχρῆν τῶν π. τὴν γλῶσσαν ἰσχύειν πλέον E.Hec.1188.    8 matter in hand, question, Hp.Acut.39; πρὸς τὸ π. Pl.Men.87a, Arist.APr.70a32, D.54.26; διαιρεῖν κατὰ τὸ π. Arist. Pol.1299b18; ἔξω τοῦ π., v. ἔξω 1.2b.    III in pl., πράγματα,    1 circumstances, affairs, τὰ ἀνθρωπήϊα π. Hdt.1.207; ἐν εἰρήνῃ καὶ ἀγαθοῖς π. Th.3.82, cf. 1.89; τοῖς π. τέθνηκα τοῖς δ' ἔργοισιν οὔ by circumstances, not by acts, E.Hel.286; ἐν τοιούτοις π. X.Mem.2.7.2, An.2.1.16, etc.; δεινὸς πράγμασι χρῆσθαι D.1.3, cf. X.HG3.5.1; τύχη τὰ θνητῶν πράγματ', οὐκ εὐβουλία Chaerem.2; ἀποτυγχάνειν τῶν π. fail to prosper, X.Mem.4.2.28; the condition of a patient, τὰ τῶν νοσεύντων π. Hp.Prog.1 (also in sg., ἐξαπίνης ὅλῳ τῷ π. μεταβάλλειν Id.Acut. 35; so also poet., ποῦ ποτ' εἰμὶ πράγματος; S.Tr.375, cf.Aj.314).    2 state-affairs, τὰ πολιτικὰ π. Pl.Ap.31d; ἔστ' ἐν ἡμῖν τῆς πόλεως τὰ π. the fortunes of the state, Ar.Lys.32; a state or empire, τὰ Περσικὰ π. the Persian power, Hdt.3.137; τὰ Περσέων π. Id.7.50, etc.; διαπεπόρθηται τὰ Περσῶν π. A.Pers.714; ἐν ταῖς ναυσὶ τῶν Ἑλλήνων τὰ π. ἐγένετο Th.1.74; μὴ ὥσπερ θεῷ νομίζετ' ἐκείνῳ τὰ παρόντα πεπηγέναι π. ἀθάνατα D.4.8, cf. 44, etc.; παρασπάσασθαί τι τῶν ὅλων π. Id.1.3; of government, καταλαμβάνειν τὰ π. Hdt.6.39, cf. Th.3.30 (Pass.); ἔχειν τὰ π. ib.62,72, cf. Hdt.6.83; κατέχειν τὰ π. Th.4.2; ἐς μέσον Πέρσῃσι καταθεῖναι τὰ π. Hdt.3.80; οἱ ἐν τοῖς π. those who are in power or office, Th.3.28, D.9.56, Arist.Pol.1307b10; οἱ ἐπὶ τοῖς π. ὄντες D.9.2; οἱ ἐπὶ τῶν π. Id.18.247, cf. Plb.3.69.4, LXX 1 Ma.3.32; ἐν τυραννίδι καὶ πλούτῳ καὶ πράγμασι Plu.2.150c; τριῶν ἀνδρῶν δημοσίων π. ἀποκαταστάσεως, = Lat. triumvir reipublicae constituendae, Sammelb. 4224.2 (i B. C.); κοινωνοὶ τῶν π. X.HG2.3.17; νεώτερα π. innovations, Lys.13.6, Isoc.7.59, etc., cf. Hdt.5.19; but εὐνούστατος τοῖς π. a friend to things as they are, Lys.12.65.    3 fortunes, cause, circumstances, Hdt.7.236, 237; κοινὰ π. E.IT1062; τέρας γὰρ ὁ βίος καὶ τὰ π. ἐστί μου Id.Hel.260; ἔρρει τἀμὰ π. X.Smp.1.15, cf. E.Alc.280: τὰ π. alone, one's all, one's fortunes, ἐν ᾧπέρ ἐστι πάντα μοι τὰ π. Ar.Ach. 474; = κτήματα, Hp. (Lex5?) ap.Erot.: in sg., φαῦλον γὰρ ἂν εἴη τὸ ἐμὸν π. Pl.Hp.Ma.286e, cf. Cri.53d, Ap.42a.    4 business, esp. lawbusiness, πρός τινα Antipho 6.12, Th.1.128; οὔτε ἐμαυτοῦ οὔτε ἀλλότρια π. πράξας Lys.12.3; δικῶν γὰρ οὐ δέομ' οὐδὲ πραγμάτων Ar.V.1426; πράγματα κἀντιγραφάς Id.Nu.471 : metaph. in sg., πονηρὸν τὸ π. ἔχειν to have a bad case, Arist.Rh.1415b22.    5 in bad sense, trouble, annoyance, ἁπάντων αἰτίους τῶν π. Ar.Ach.310; πρήγματα ἔχειν, c. part., to have trouble about a thing, Hdt.7.147, cf. Pl.Tht.174b, etc.; π. ἔχειν ἐν τῷ δείπνῳ X.Cyr.1.3.4, etc.; π. λαμβάνειν Id.Lac.2.9; π. παρέχειν τινί to cause one trouble, Hdt.1.155, Ar.Pl.20, al.: c. inf., cause one the trouble of doing, Pl.Phd.115a, X.Cyr.4.5.46, Ar.V.313; πραγμάτων . . ἀπαλλαγείς Id.Ach.269 (lyr.), cf. Pl.Ap.41d, R.406e; ἄνευ πραγμάτων, σὺν πράγμασι, D.1.20, X.An.6.3.6: less freq.in sg., μηδὲν πρῆγμα παρέχειν Hdt.7.239.

German (Pape)

[Seite 692] τό, ion. πρῆγμα, sehr häufig bei Her., das Gethane, Geschehene. die That, das Geschäft; τελευτὰν πράγματος, Pind. Ol. 13, 75; πράγματι παντὶ τιμὰν φέρειν, P 4, 278; τί σοι πέπρακται πρᾶγμα πλὴν τεύχειν κακά, Aesch. Eum. 122; τί τοῦδέ σοι μέτεστι πράγματος; 545; πρᾶγμ' ἀνὴρ πράσσων μέγα, Soph. El. 312; τὸ γὰρ πρᾶγμ' οὔτ' ἔδρασα, Ant. 239; übh. Sache, τί δ' εἰδὼς τοῦδε πράγματος πέρι, Ai. 734; φράσον μοι πρᾶγμ', ὅτῳ σ' ἐνύβρισαν, Phil. 342; ποῦ ποτ' εἰμὶ πράγματος; in welcher Lage, welchem Unglück? Trach. 374; vgl. ὁρᾷς τἀμὰ πράγματ' ὡς ἔχει, Eur. Alc. 281; ἐμοὶ οὐδὲν πρᾶγμα, ich habe damit Nichts zu schaffen, kümmere mich nicht darum, Med. 451; κοινὰ πρἀγματα, Staatsangelegenheiten, das allgemeine Beste, I. T. 1062, u. so öfter, ἐν ἡμῖν ἐστι τῆς πόλεως τὰ πράγματα, Ai. Lys. 82, τὰ πρήγματα τῶν Ἑλλήνων, das Staatsw, sen, die politische Macht. daz politische Interesse der Hellenen, Her. 7, 236. 237. 8, 136; so auch τὰ Περσικὰ πρήγματα, 3, 137, wie Aesch. Pers. 711 sagt διαπεπ όρθηται τὰ Περσῶν πράγματα, die Staatsmacht; καταλαμβάνειν τὰ πράγματα, ἔχειν τὰ πρ., Thuc. 3, 30. 62. 72; οἱ ἐν τοῖς πράγμασιν, die, welche die Verwaltung des Staates in Händen haden, an den Staatsgeschäften Theil haben, 3, 28, wie Dem. 9, 56, πράττειν τὰ πολιτικὰ πράγματα, Plat. Apol. 31 d; ἐπιθέσθαι τοῖς ἐκεῖ πράγμασιν, Alc. I, 105. c. – Anders νεώτερα πράγματα ἐν τῇ πόλει γενέσθαι, Neuerungen, Lys. 13, 6, νεωτέρων ἐπιθυμοῦντες πραγμάτων, Xen. Hell. 5, 2, 9; – πράγματα παρέχειν τινί, Einem Mühe und Noth machen, Einem zu schaffen machen, Ar. Av. 931; Her. 7, 239; vgl. πάντα πράγματα παρέχειν τῷ σύζυγι, Plat. Phaedr. 254 a, u. öfter; Xen. An. 4, 1, 22; auch χώρᾳ, 1, 1, 11; u. πράγματα παρέχουσιν οἱ ἵπποι ἐπιμέλεσθαι, Cyr. 4, 5, 46; πράγματα ἔχειν, Noth haben, geplagt sein, Plat. Gorg. 467 d; πράγματ' ἔχει διερευνώμενος, Theaet. 174 b; vgl. Her. 7, 147; Xen. Cyr. 1, 4, 5 u. öfter; auch εἰς πράγματα ἐμβάλλειν τινά, Luc. Tim. 39. – Ueberh. eine Sache, die nothwendig oder nützlich ist, worauf Etwas ankommt; πρᾶγμά ἐστί μοι, mit folgendem infin., es kommt darauf an, es ist angemessen, rathsam, opus est, Her. 4, 11. 7, 12, vgl. 1, 17. 79. 207. 7, 13; und οὐδὲν πρᾶγμα, es ist keine Sache, worauf es ankommt, es ist Nichts daran gelegen, Plat. Gorg. 447 b Conv. 198 e u. öfter; εἰ έν ἑτέραις συλλαβαῖς ἢ ἐν ἑτέραις τὸ αὐτὸ σημαίνει, οὐδὲν πρᾶγμα, Crat. 393 d; ἐμοὶ οὐδὲν πρᾶγμα φύρεσθαι πρὸς τὸν ἄνθρωπον, Hipp. mai. 291 a; Xen. An. 6, 4, 8 ὅτι οὐδὲν εἴη πρᾶγμα, es habe Nichts zu bedeuten. Auch διομνύμενος μηδὲν εἶναι σοὶ καὶ Φιλίππῳ πρᾶγμα, Dem. 18, 283, du habest Nichts mit dem Philipp zu schaffen, u. öfter; – πρῆγμα ποιεῖσθαί τι, Etwas zu einer Sache von Bedeutung machen, es als eine Sache von Wichtigkeit nehmen, behandeln, darauf achten, Her. 7, 150; πρῆγμα οὐδὲν ποιεῖσθαι, Nichts daraus machen, nicht darauf achten, 6, 63; eben so οἷς μηδὲν ἦν πρᾶγμα τοῦ πολέμου, die sich um den Krieg nicht kümmerten, Plut.; ὅτι πρᾶγμά τι εἴη, ein schlimmer Punkt, ein Hinderniß, Xen. An. 4, 1, 17. – Zuweilen auch von einzelnen Personen od. Dingen, μέγα πρᾶγμα, ein großes Ding, Stück, sowohl von Menschen (Dem. 35, 15) als Thieren (vgl. Alexis bei Ath. III, 123 e, πρᾶγμα δ' ἐστί μοι μέγα φρέατος); πονηρὸν. τὸ πρᾶγμα, das ist ein schlimmes Ding; daher ἦν μέγιστον πρῆγμα Δημοκήδης παρὰ βασιλέϊ, er war ein großes Ding beim Könige, galt viel bei ihm, Her. 3, 132; ἄμαχον πρᾶγμα, von einem Weibe, Xen. Cyr. 6, 1, 36. – Ganz allgemein, der Zustand, vgl. πράσσω, τὸ σὸν τί ἐστι πρᾶγμα; was ist deine Sache, wie steht es mit dir? Plat. Apol. 20 c; φαῦλον γὰρ ἂν εἴη τὸ ἐμὸν πρᾶγμα, es stände ja sonst schlecht mit mir, Hipp. mai. 286 e; ἐν τοιούτοις πράγμασιν ὄντες, in solcher Lage, Xen. An. 2, 1, 16; bes. vom Unglück, ἀδύνατον τοσούτους τρέφειν ἐν τοιούτοις πράγμασιν, Mem. 2, 7, 2; οὔτ' εἰ ἀγαθῷ, οὔτ' εἰ κακῷ πράγματι, etwas Gutem oder Bösem, Plat. Prot. 312 c, u. öfter so, wo wir Deutschen das Neutrum des Adject. substantivisch brauchen. – Bei Pol. ist πράγματα oft opes, Macht, πραγμάτων ἱκανῶν κύριος, 1, 2, 5 u. sonst; ἐπέστη ἐπὶ τὰ πράγματα, 5, 41, 2; ἐδέξατο τὰ πράγματα, rerum potitus est, Plut. Pomp. 5.

Greek (Liddell-Scott)

πρᾶγμα: Ἰων. πρῆγμα, τό· (πράσσω)· ― τὸ πραχθέν, ἔργον, Λατ. facinus, ὅπερ εἶναι τὸ συγκεκριμένον τοῦ πρᾶξις, ἀλλὰ συχνάκις προσεγγίζει εἰς τὴν ἀφῃρημένην ἔννοιαν, Ἡρόδ., Πίνδ., καὶ Ἀττ. ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὄνομα, Ἀνδοκ. 32. 39, κτλ.· καὶ πρὸς τὸ λόγος, Δημ. 21. 21, κτλ.· πραγμάτων ὀρθὰν ὁδὸν Πινδ. Ο. 7. 85· τῶν πραγμάτων γλῶσσαν ἰσχύειν πλέον, περισσότερον παρὰ τὰ πράγματα, Εὐρ. Ἑκ. 1188· τὸ σὸν τί ἐστι τὸ πρ.; τί ἐργασίαν ἔχεις, τί ἔργον ἐν τῷ βίῳ σου; Πλάτ. Ἀπολλ. 20C· γυναίου (ἢ γύναιον) πρᾶγμ’ ἐποίει, ἐποίει ἔργον γυναίου (ἢ γυναικεῖον), Δημ. 787. 25, κτλ. ΙΙ. συχνάκις ὡς τὸ Λατ. res, πρᾶγμα, ὑπόθεσις, πᾶσαν τελευτὰν πράγματος Πινδ. Ο. 13. 104, πρβλ. Π. 4. 495· πρ. τοιόνδε συνηνείχθη γενέσθαι Ἡρόδ. 5. 33, πρβλ. 9. 93· ἐς μέσον σφι προετίθεε τὸ πρ. ὁ αὐτ. 1. 206· τί δ’ εἰδὼς τοῦδε πρ. πέρι; Σοφ. Αἴ. 747· τὸ πρ. εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη Δημ. 551. 2· ὁρᾶτε τὸ πρ., οἷ προελήλυθε κτλ.., ὁ αὐτ. 42. 25, πρβλ. 91. 21· σφίσι τε καὶ Ἀθηναίοις εἶναι οὐδὲν πρ., οὐδὲν εἶχον κοινόν, Ἡρόδ. 5. 84, πρβλ. Δημ. 320. 8, κτλ.· συχν. πλέον, ὡς ἀργαλέον πρ. ἐστι, μετ’ ἀπαρ., Ἀριστοφ. Πλ. 1, τὰ μετέωρα πρ., τὰ ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω, ὁ αὐτ. ἐν Νεφ. 228· κτλ. 2) πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον ἢ συμφέρον, ὅ,τι πρέπει ἢ εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ, συχν. παρ’ Ἡροδ. ἐν τῇ φράσει πρῆγμά ἐστι ἢ ἐστί μοι, μετ’ ἀπαρ., εἶναι ἀναγκαῖον, ὠφέλιμον, καλὸν νά…, εἶναι καθῆκόν μου ἢ ἔργον μου νά..., ὡς τὸ Λατ. opus est, εὕρισκε πρ. οἱ εἶναι ἐλαύνειν Ἡρόδ. 1. 79, πρβλ. 4. 11· μετ’ ἀρνήσ., εὕρισκέ οἱ οὐ πρ. εἶναι στρατεύεσθαι ὁ αὐτ. 7. 12, πρβλ. Εὐρ. Μήδ. 451, Πλάτ. Γοργ. 447Β· ὡσαύτως μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., οὐδὲν ἂν εἴη πρ. γνώμας ἐμέ σοι ἀποφαίνεσθαι; ὡς... οὐδὲν ὂν πρ., εἰ καὶ ἀποθάνοι ὁ αὐτ. ἐν Εὐθύφρ. 3D· μετὰ γεν. πράγμ., οἷς μηδὲν ἦν πρ. τοῦ πολέμου Πλουτ. Πομπ. 65. 3) πρᾶγμα σπουδαῖον, ἔχον σημασίαν ἢ σπουδαιότητα, πρ. ποιεῖσθαί τι Ἡρόδ. 7. 150· πρῆγμα οὐδὲν ποιεῖσθαι ὁ αὐτ. 6. 63. 4) ἐπὶ προσώπου καθ’ ἑαυτόν, κτλ., μέγα πρ., ἄνθρωπος μεγάλης σπουδαιότητος, Δημ. 928. 6· ἦν μέγιστον πρ. Δημοκήδης παρὰ βασιλέϊ, πολὺ ἐξετιμᾶτο ὑπὸ τοῦ βασιλέως, Ἡρόδ. 3. 132· ἄμαχον πρ., ἐπὶ γυναικός, Ξεν. Κύρ. 6. 1, 36· ἀσταθμητότατον πρ. ὁ δῆμος Δημ. 383. 4· πρᾶγμα δ’ ἐστί μοι μέγα φρέατος ἔνδον ψυχρότερον Ἀραρότος Ἄλεξις ἐν «Παρασίτῳ» 2· πρβλ. χρῆμα ΙΙ. 3. 5) ἐν χρήσει ἐπὶ μάχης, ὡς οἱ σωθέντες ἐκ τοῦ πρ. ἀπέφυγον Ξεν. Ἑλλ. 7. 1. 17. 6) κατ’ εὐφημισμὸν ἐπὶ πράγματος κακοῦ ἢ αἰσχροῦ, Θουκ. 2. 64, Αἰσχίν. 17. 38 κἑξ.· Εὐρυβάτου πρᾶγμα οὐ πόλεως ἔργον. ἐκείνου ἔργον, Δημ. 233. 8. 7) πρᾶγμα ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ λόγος, ὄνομα, Ἀριστ. Τοπ. 6. 7, 2, Σοφιστ. Ἔλεγχ. 16. 2· πρὸς τὸ πρ. καὶ τὴν ἀλήθειαν ὁ αὐτ. ἐν Φυσ. 8. 8, 16· διαιρεῖν κατὰ τὸ πρ. ὁ αὐτ. ἐν Πολιτικ. 1. 15, 9, κτλ. 8) τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ζήτημα, ἡ ὑπόθεσις, πρὸς τὸ πρ. ὁ αὐτ. ἐν Ἀναλυτ. Προτ. 2. 57, 5· ἔξω τοῦ πράγματος, ἴδε ἔξω Ι. 2 6. ΙΙΙ. ἐν τῷ πληθ., πράγματα, 1) ὡς καὶ νῦν, περιστάσεις, ὑποθέσεις, τὰ ἀνθρωπήια π. Ἡρόδ. 1. 207· ἐν εἰρήνῃ καὶ ἀγαθοῖς πρ. Θουκ. 3. 82, πρβλ. 1. 89· τοῖς πράγμασιν τέθνηκα τοῖς δ’ ἔργοισι δ’ οὔ, ἐκ τῶν περιστάσεων, οὐχὶ ἐκ τῶν ἔργων, Εὐρ. Ἑλ. 286· ἐν τούτοις πράγμασι Ξεν. Ἀπομν. 2. 7, 2, Ἀν. 2. 1, 16, κτλ.· δεινὸς πράγμασι χρῆσθαι Δημ. 10. 2, πρβλ. Ξεν. Ἑλλ. 3. 5, 1· τύχη τὰ θνητῶν πράγματ’, οὐκ εὐβουλία Ποιητὴς παρὰ Πλουτ. 2. 97C· ὅτι ἤδη τεθνάναι ἀπηλλάχθαι πραγμάτων Πλάτ. Ἀπολ. 41D, πρβλ. Πολ. 406Ε· ἀποτυγχάνειν τῶν πρ. Ξεν. Ἀπομν. 4. 2, 28· ― ἐπὶ τῆς καταστάσεως ἀσθενοῦς, Foës Oec. Hipp.· ― ποιητ. ὡσαύτως ἐν τῷ ἑνικῷ, ποῦ ποτ’ εἰμὶ πράγματος; Σοφ. Τρ. 375, πρβλ. Αἴ. 314. 2) ὑποθέσεις τῆς πόλεως, κοινὰ πρ. Εὐρ. Ι. Τ. 1062· τέρας γὰρ ὁ βίος καὶ τὰ πράγματ’ ἐστί μοι ὁ αὐτ. ἐν Ἑλ. 260· ἔστ’ ἐν ἡμῖν τῆς πόλεως τὰ πρ. Ἀριστοφ. Λυσ. 32· τὰ πολιτικὰ πρ. Πλάτ. Ἀπολ. 31D· ― ὡσαύτως ἐπὶ ὁλοκλήρου πολιτείας ἢ κράτους, τὰ Περσικὰ πρ., ἡ Περσικὴ δύναμις, Ἡρόδ. 3. 137, πρβλ. 7. 50, κτλ.· διαπεπόρθηται τὰ Περσῶν πρ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 714· ἐν ταῖς ναυσὶ τῶν Ἑλλήνων τὰ πρ. ἐγένετο Θουκ. 1. 74, πρβλ. 100, κτλ.· μὴ νομίζετ’ ἐκείνῳ τὰ παρόντα πεπηγέναι πρ. ἀθάνατα Δημ. 42. 16, πρβλ. 53. 1, κτλ.· παρασπάσασθαί τι τῶν ὅλων πρ. ὁ αὐτ. 10. 6· ― ὡσαύτως ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως ἢ διοικήσεως, καταλαμβάνεσθαι ἢ καταλαμβάνειν τὰ πρ., Λατ. rerum potiri, Ἡρόδ. 6. 39, Θουκ. 3. 30, πρβλ. 3. 11· ἔχειν τὰ πρ. αὐτόθι 3, 62, 72, Ἡρόδ. 6. 83· κατέχειν τὰ πρ. Θουκ. 4. 2· ἐς μέσον Πέρσῃσι καταθεῖναι τὰ πρ. Ἡρόδ. 3. 80· οἱ ἐν τοῖς πράγμασι, ὡς τὸ οἱ ἐν τέλει, οἱ ὄντες ἐν ἰσχύϊ ἢ ἀξιώματι, οἱ ἄρχοντες, Θουκ. 3. 28, Δημ. 125. 7, Ἀριστ. Πολιτικ. 7. 12· τοὺς ἐπὶ τοῖς πράγμασι ὄντας Δημ. 110. 22· οἱ ἐπὶ τῶν πρ. ὁ αὐτ. 309. 10· κοινωνοὶ τῶν πρ. Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 17· ― νεώτερα πρ., νεωτερισμοί, μεταβολαί, Λατ. res novae, Λυσ. 130. 18, Ἰσοκρ. 151Ε, κτλ., πρβλ. Ἡρόδ. 5. 19· ἀλλά, εὔνους τοῖς πράγμασι, εὔνους τοῖς πράγμασιν ὡς ἔχουσιν, εὔνους πρὸς τὴν παροῦσαν κατάστασιν, Λυσ. 126. 10. 3) ὡσαύτως, αἱ ἰδιωτικαὶ ὑποθέσεις ἢ περιστάσεις τοῦ ἀνθρώπου, Ἡρόδ. 7. 236, 237· ἔρρει ἢ ἀπόλωλε τἀμὰ πρ. Ξεν. Συμπ. 1. 15, πρβλ. Εὐρ. Ἀλκ. 382· τὰ πρ., μόνον, ἡ περιουσία τινός, «τὸ ἔχειν του», ἐν ᾦπέρ ἐστι πάντα μοι τὰ πρ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 474· ― οὕτως ἐν τῷ ἑνικῷ φαῦλον γὰρ ἂν εἴη τὸ ἐμὸν πρᾶγμα Πλάτ. Ἱππ. Μείζων 286Ε, πρβλ. Ἀπολ. 20C. 4) ἐργασία, ἀσχολία, μάλιστα ἀσχολία ἐν δίκῃ, κρισολογία, πρός τινα Ἀντιφῶν 142. 39· πράγματα πράσσειν Λυσ. 120. 22· πρός τινα Θουκ. 1. 128. 5) ἐπὶ κακῆς σημασίας, ἐνοχλητικὴ ἀσχολία, ἐνόχλησις, ἁπάντων αἰτίους τῶν πρ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 310· πράγματα ἔχειν, μετὰ μετοχ., ἔχω ἐνοχλήσεις ὡς πρός τι πρᾶγμα, Ἡρόδ. 7. 147, Πλάτ. Θεαίτ. 174Β, κτλ.· πρ. ἔχειν ἔν τινι, Ξεν. Κύρ. 1, 3, 4, κτλ.· πρ. λαμβάνειν ὁ αὐτ. ἐν Λακ. 2. 9· πρ. παρέχειν τινί, προξενῶ ἐνόχλησιν εἴς τινα, Ἡρόδ. 1. 155, Ἀριστοφ. Πλ. 19 κ. ἀλλ.· μετ’ ἀπαρ., παρέχω εἴς τινα τὴν ἐνόχλησιν τοῦ νὰ κάμῃ..., Πλάτ. Φαίδων 115Α, Ξεν. Κύρ. 4. 5, 46, πρβλ. Ἀριστοφ. Σφ. 311· πραγμάτων... ἀπαλλαγεὶς ὁ αὐτ. ἐν Ἀχ. 270, πρβλ. βόσκω Ι. 2· ἄνευ πραγμάτων, σὺν πράγμασι Δημ. 14. 28, Ξεν. Ἀν. 6. 1, 6· ἐνίοτε τίθεται ὡς γενικὴ λέξις μετά τινας μερικάς, ἐν τυραννίδι καὶ πλούτῳ καὶ πράγμασι Πλούτ. 2. 150C, ἔνθα ἴδε Wyttenb.· ― σπανίως οὕτως ἐν τῷ ἑνικῷ, πρῆγμα παρέχειν Ἡρόδ. 7. 239· πρᾶγμα ἐστί τι Ξεν. Ἀν. 4. 1, 17. 6) τὰ ὑλικὰ πράγματα, ὁ κόσμος καὶ τὰ στοιχεῖα ἐξ ὧν σύγκειται, εἴ τις ἐξ ἀρχῆς τὰ πρ. φυόμενα βλέψειεν Ἀριστ. Πολιτικ. 1. 2, 1, πρβλ. Ἀριστ. Νεφ. 741· τὴν φύσιν καὶ τὰ πρ. μνημονεύεται ἐκ τοῦ Πλουτ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
affaire :
I. ce qu’on fait : τί σοι πέπρακται πρᾶγμα ESCHL qu’as-tu fait ? τὰ πεπραγμένα DÉM les choses faites, les actions, les actes;
II. action de faire :
1 abs. activité, agissement : ἄνευ πραγμάτων (τὰ χρήματα) λαμβάνειν DÉM recevoir (l’argent) sans rien faire pour cela;
2 ce qu’on doit faire, tâche, obligation : τὸ σὸν τί ἐστι πρᾶγμα ; PLAT ta tâche, quelle est-elle ?;
3 ce qu’on se propose de faire, entreprise : ἔρχεσθαι ἐπὶ τὰ πράγματα THC parvenir à la direction des affaires ; πράγματα πράττειν ATT entreprendre des affaires;
4 affaire qu’on traite, négociation ; en mauv. part les menées, les intrigues : τὰ πρὸ βασιλέα πράγματα πράσσειν THC former des intrigues avec le roi;
5 affaire désagréable, désagrément : δῆλον ἦν ὅτι πρᾶγμά τι εἴη XÉN il était évident qu’il y aurait qqe désagrément ; p. suite, en gén. difficulté, embarras : πρήγματα (ion.) ἔχειν HDT avoir du tracas ; ὅσα πράγματα ἔχεις XÉN que de tracas tu as ! ; πρᾶγμα ou πράγματα παρέχειν τινί, causer à qqn du désagrément, de l’ennui ; τὰ πράγματα affaires publiques, gouvernement, pouvoir : καταλαμβάνεσθαι τὰ πράγματα, s’emparer du gouvernement, ou arriver au pouvoir, acquérir (par la lutte) la suprématie, puissance, hégémonie ; τὰ πράγματα κατάσχειν THC obtenir le pouvoir ; οἱ ἔχοντες τὰ πράγματα THC les gouvernants, les détenteurs du pouvoir ; οἱ ἐν τοῖς πράγμασι THC, οἱ ἐπὶ τῶν πραγμάτων DÉM, οἱ ἐπὶ τοῖς πράγμασιν DÉM ceux qui sont aux affaires, à la tête des affaires;
6 en mauv. part νεώτερα πράγματα HDT nouveauté dans la direction des affaires, càd trouble, révolution (cf. lat. res novae);
III. 1 ce qui est fait, ce qui existe ; en gén. événement, chose, affaire ; particul. les choses de la nature ; le sexe de la femme;
2 en parl. de pers. ἦν δὲ μέγιστον πρῆγμα Δημοκήδης παρὰ βασιλέϊ HDT Démokédés était une grande affaire, càd une personne de grand crédit auprès du roi ; γυναῖκα, ἄμαχον πρᾶγμα XÉN une femme, être impropre aux combats;
3 pour résumer ce qui précède par un terme général : ὁρᾶτε τὸ πρᾶγμα, οἷ προελήλυθεν ἀσελγείας ἄνθρωπος DÉM vous voyez la chose et jusqu’où est allée l’impudence de l’homme;
4 chose de l’État, càd puissance de l’État, État : τὰ Περσικὰ πράγματα HDT, τὰ Περσῶν πράγματα ESCHL la puissance des Perses ; ἐν ταῖς ναυσὶ τῶν Ἑλλήνων τὰ πράγματα ἐγένετο THC la puissance des Grecs reposa sur leur flotte;
5 affaire qui est en question, la chose qui importe : πρᾶγμά ἐστι, avec ou sans dat. de pers. et suivi ou non de l’inf. cela importe, est nécessaire, convenable, sage ; Κῦρος εὕρισκε πρῆγμα οἱ εἶναι ἐλαύνειν ἐπὶ τὰς Σάρδις HDT Cyrus trouvait que c’était pour lui chose importante de pousser jusqu’à Sardes ; πρῆγμα ποιεῖσθαί τι HDT faire de qch une chose d’importance, considérer une chose comme importante;
6 abs. chose de prix ; τὰ πράγματα les biens, les richesses;
7 en gén. les circonstances, les affaires : κύκλος τῶν ἄνθρωπηΐων πρηγμάτων περιφερόμενος HDT le cours des choses humaines.
Étymologie: πράσσω.

English (Slater)

πρᾱγμα (-ατος, -ατι, -α, -άτων.)
   1 undertaking, business δεῖξέν τε Κοιρανίδᾳ πᾶσαν τελευτὰν πράγματος (O. 13.75) τιμὰν μεγίσταν πράγματι παντὶ φέρειν (P. 4.278) μᾶτερ ἐμά, τὸ τεόν, χρύσασπι Θήβα, πρᾶγμα καὶ ἀσχολίας ὑπέρτερον θήσομαι (I. 1.2) pl., ἐπὶ μὰν βαίνει τι καὶ λάθας ἀτέκμαρτα νέφος καὶ παρέλκει πραγμάτων ὀρθὰν ὁδὸν ἔξω φρενῶν i. e. of duty (O. 7.46)

Spanish

práctica mágica, ritual, culto mágico

English (Strong)

from πράσσω; a deed; by implication, an affair; by extension, an object (material): business, matter, thing, work.

English (Thayer)

πράγματος, τό (πράσσω), from (Pindar), Aeschylus, Herodotus down, the Sept. chiefly for דָּבָר a. that which has been done, a deed, an accomplished fact: what is doing or being accomplished: business (commercial transaction), Winer s Grammar, 115 (109); others refer this example to c. and render in the matter (spoken of, or conventionally understood; cf. Green, Gram., p. 26f)).
c. a matter (in question), affair: a matter at law, case, suit (Xenophon, mem. 2,9, 1; Demosthenes, 1120,26; Josephus, Antiquities 14,10, 17): πρᾶγμα ἔχειν πρός τινα (A. V. having a matter against, etc.), that which is or exists, a thing: πράγματα οὐ βλεπόμενα, ἐλπίζω).*,

Greek Monolingual

το / πρᾱγμα, ΝΜΑ, και πράμα Ν, και ιων. τ. πρῆχμα και πρῆγμα, Α
1. (σε αντιδιαστολή προς τα πλάσματα της φαντασίας ή τις λογικές έννοιες) καθετί που υπάρχει, καθετί που έχει αντικειμενική υπόσταση και γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις
2. (σε αντιδιαστολή προς πρόσωπο ή ζώο) κάθε άψυχο υλικό σώμαυποκείμενο του ρήματος καλείται κάθε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα, για το οποίο γίνεται λόγος»)
3. γεγονός (α. «να σάς διηγηθώ πώς έγινε το πράγμα» β. «πρὸς τὸ πρᾱγμα καὶ τὴν ἀλήθειαν», Αριστοτ.)
4. ζήτημα για το οποίο γίνεται λόγος (α. «δεν είναι έτσι το πράγμα» β. «γράφοντες μαρτυρίες οὐδὲν πρὸς τὸ πρᾱγμα», Δημοσθ.)
5. καθετί που κατέχει κανείς, περιουσία, κτήμα (α. «δεν μού αρέσει να μοιράζομαι με άλλους τα πράγματά μου» β. «ἐν ᾦπέρ ἔστι πάντα μοι τὰ πράγματα», Αριστοφ.)
6. στον πληθ. τα πράγματα
α) (γενικά) (σχετικά με πολιτεία, κοινωνία, άτομο) περιστάσεις, υποθέσεις, υπάρχουσα κατάσταση (α. «τώρα τελευταία τα πράγματα δεν πηγαίνουν και τόσο καλά» β. «ἐν τοιούτοις δὲ ὄντες πρήγμασι συμβουλευόμεθά σοι», Ξεν.)
β) δημόσιες υποθέσεις, πολιτική κατάσταση (α. «αν δεν αλλάξουν τα πράγματα, δεν πρόκειται να πάμε μπροστά» β. «ἐστ' ἐν ἡμῑν τῆς πόλεως τὰ πράγματα», Αριστοφ.)
γ) εργασία, ασχολία (α. «έχω πολλά πράγματα να κάνω» β. «οὔτε ἐμαυτοῦ οὔτε ἀλλότρια πράγματα πράξας», Λυσ.)
δ) ενοχλήσεις, δυσκολίες, στενοχώριες (α. «συνεχώς δημιουργεί πράγματα» β. «ἁπάντων αἰτίων τῶν πραγμάτων», Αριστοφ.)
7. φρ. «οἱ ἐν τοῑς πράγμασι» — αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία, οι κυβερνώντες
νεοελλ.
1. (νομ.) κάθε ενσώματο αντικείμενο της απρόσωπης φύσης που μπορεί αυτοτελώς να κατέχεται και να χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένων και τών πάσης φύσεως φυσικών δυνάμεων που ως ελεγχόμενες ποσότητες υπόκεινται σε ανθρώπινη εκμετάλλευση
2. (φιλοσ.) καθετί το οποίο μπορεί να τεθεί ως αντικείμενο της σκέψης και του οποίου την ύπαρξη μπορούμε να υποθέσουμε, να δεχθούμε ή να αρνηθούμε
3. καθετί που παράγει κανείς, προϊόνφέτος ο κήπος θα έχει πολύ πράγμα»)
4. (κατ' επέκτ.) εμπόρευμα, πραμάτεια («αυτό το κατάστημα έχει πολλά πράγματα»)
5. αιδοίο ή πέος
6. (στην Κρήτη ως επίρρ. σε αρνητική προτ.) τίποτε, καθόλου («δεν κατέχω πράγμα» — δεν γνωρίζω τίποτε)
7. στον πληθ. τα πράγματα και πράματα
α) αποσκευές («σε αυτό το ταξίδι δεν θα πάρω πολλά πράγματα»)
β) βοσκήματα, ζώα («έβγαλε τα πράγματα για βοσκή»)
8. φρ. α) «πράγμα καθ' εαυτό»
(φιλοσ.) όρος του Καντ που σημαίνει την απόλυτη, δηλαδή ανεξάρτητη από τη γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου, ιδιότητα του όντος, σε αντιδιαστολή προς το φαινόμενο, που συνδέεται με τη γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου, ενώ το πράγμα καθ' εαυτό είναι νοούμενο αλλά απρόσιτο στην ανθρώπινη γνώση
β) «σπουδαίο πράγμα»
i) σημαντική, αξιόλογη υπόθεση ή ασχολία («σπουδαίο πράγμα να είναι κανείς ελεύθερος»)
ii) ασήμαντη υπόθεση ή ασχολία («τί, σπουδαίο πράγμα που πήγε ταξίδι στο εξωτερικό;»)
γ) «σιγά το πράγμα» — λέγεται για να δηλώσει κάτι το ασήμαντο
δ) «τί πράγμα είναι αυτός;» — τί είδους άνθρωπος είναι αυτός;
ε) «τί πράγματα είναι αυτά;» — τί συμπεριφορά, τί διαγωγή είναι αυτή;
στ) «είμαι [[[μέσα]]] στα πράγματα»
i) ανήκω στο κυβερνών κόμμα
ii) κατέχω σημαντική θέση που μού δίνει τη δυνατότητα να είμαι ενημερωμένος για ό,τι συμβαίνει
iii) (ειρωνικά) είμαι στο κέφι, είμαι μεθυσμένος
ζ) «σού είναι αυτός ένα πράγμα [ή ένα πραγματάκι]» — λέγεται για άνθρωπο πολύ πονηρό, στον οποίο δεν μπορεί να έχει κανείς εμπιστοσύνη
η) «δημόσια πράγματα» — οι κρατικές υποθέσεις
9. παροιμ. α) «κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο» — λέγεται για να δηλώσει ότι καθετί πρέπει να γίνεται την κατάλληλη στιγμή για να έχει νόημα, αξία
β) «άμα ζεις και δίνεις πράμα, θέλεις μια με την καμπάνα» — λέγεται για να δηλώσει ότι είναι αφελής και άμυαλος όποιος μοιράζει την περιουσία του, ενώ είναι ακόμη εν ζωή
αρχ.
1. σπουδαίο, σημαντικό αντικείμενο ή έργο («ὡς οὐδέν ὃν πρᾱγμα, εἰ καὶ αποθάνοι», Πλάτ.)
2. (κατ' ευφημισμό) υποκείμενον «καὶ σοφισταῑς οὐκ ἐκχωρεῑν μέμφεσθαι τούτῳ τῷ πράγματι», Πλάτ.)
3. καθετί ωφέλιμο ή αναγκαίο
4. μάχη που έχει ήδη διεξαχθεί («ὡς οἱ σωθέντες ἐκ τοῦ πράγματος ἀπέφυγον», Ξεν.)
5. η ερωτική υπόθεση του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος
6. (μόνον στον τ. πρῆχμα) ποσό χρημάτων που εισπράχθηκαν
7. στον πληθ. τὰ πράγματα
α) κατάσταση ασθενούς («τὰ τῶν νοσεόντων πράγματα», Ιπποκρ.)
β) πολιτεία, κράτος, αυτοκρατορία («τὰ Περσικὰ πράγματα» — το περσικό κράτος, η περσική δύναμη, Ηρόδ.)
γ) κυβέρνηση, διοίκησηδυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν εἶχε τὰ πράγματα», Θουκ.)
δ) ο κόσμος και τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται («εἴ τις ἐξ ἀρχῆς τὰ πράγματα φυόμενα βλέψειεν», Αριστοτ.)
8. φρ. α) «γυναίου πρᾱγμα ποιῶ» — κάνω γυναικεία καμώματα
β) «τὰ μετέωρα πράγματα» — αυτά που βρίσκονται στον ουρανό
γ) «ἄμαχον πρᾱγμα» — γυναίκα
δ) «πρῆγμά ἐστι [ή ἐστί] μοι»
(με απαρέμφατο) i) είναι καλό ή αναγκαίο να...
ii) είναι έργο ή καθήκον μου να...
ε) «τὸ σὸν τί ἐστι πρᾱγμα;» — με τί ασχολείσαι; στ) «μέγα πρᾱγμα» — πολύ σπουδαίος άνθρωπος
ζ) «μέγιστον πρᾱγμα [[[εἰμὶ]]] παρά τινι» — εκτιμούμαι πολύ από κάποιον
η) «νεώτερα πράγματα» — νεωτερισμοί, καινοτομίες
θ) «οἱ ἐπὶ τοῑς πράγμασι ὄντες» ή «οἱ ἐπὶ τῶν πραγμάτων» — οι κυβερνώντες
ι) «ὁ ἐπὶ τῶν πραγμάτων» — τίτλος ανώτατου υπαλλήλου στο κράτος τών Σελευκιδών
ια) «πράγματα ἔχω» — ενοχλούμαι με κάτι
ιβ) «πράγματα παρέχω τινι» — ενοχλώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. πρᾶγμα < θ. πραγ- του πράττω (πρβλ. παρακμ. πέ-πρᾱγ-α) + κατάλ. -μα, ενώ ο τ. πρήχμα πιθ. < πρᾱκσμα ή πρᾱγ-σμα].

Greek Monotonic

πρᾶγμα: Ιων. πρῆγμα, τό (πράσσω),
I. 1. αυτό που έχει ήδη συντελεστεί, έργο, πράξη, Λατ. facinus, σε Ηρόδ., Αττ.· τῶν πραγμάτων πλέον, περισσότερο από τα πράγματα, σε Ευρ.· τὸ σὸν τί ἐστι τὸ πρᾶγμα; ποιο είναι το έργο της ζωής σου; σε Πλάτ.· γυναίου πράγματος ποιεῖν, κάνω γυναικείες δουλειές, σε Δημ.
II. 1. όπως Λατ. res, πράγμα, υπόθεση, εργασία, σε Ηρόδ., Αττ.· σφίσι τε καὶ Ἀθηναίοις εἶναι οὐδὲν πρᾶγμα, δεν είχαν τίποτα κοινό, σε Ηρόδ.
2. οτιδήποτε απαραίτητο ή συμφέρον, πρῆγμά ἐστι, με απαρ., είναι απαραίτητο, συμφέρον να γίνει, είναι καθήκον μου ή υποχρέωσή μου να κάνω, όπως Λατ. opus est, σε Ηρόδ.
3. πράγμα που έχει σημασία ή σπουδαιότητα, πρᾶγμα ποιεῖσθαί τι, στον ίδ.· λέγεται για πρόσωπο, ἦν μέγιστον πρᾶγμα Δημοκήδης παρὰ βασιλέϊ, απολάμβανε μεγάλες τιμές από τον βασιλιά, στον ίδ.· ἄμαχον πρᾶγμα, λέγεται για γυναίκα, σε Ξεν.· ἀσταθμητότατον πρᾶγμαδῆμος, σε Δημ.
4. λέγεται για μάχη, όπως λέμε πράξη, δράση, ενασχόληση, σε Ξεν.
5. ευφημ., λέγεται για κάτι κακό ή αισχρό, πράγμα, ασχολία, σε Θουκ.· Εὐρυβάτου πρᾶγμα, οὐ πόλεως ἔργον, η δουλειά του, σε Δημ.
III. στον πληθ. πράγματα,
1. περιστάσεις, υποθέσεις, σε Ηρόδ., Αττ.· τοῖς πράγμασιν τέθνηκα τοῖς δ' ἔργοισι δ' οὔ, από τις περιστάσεις, όχι από τα έργα, σε Ευρ.· ἀπηλλάχθαι πραγμάτων, είμαι απαλλαγμένος από τις υποχρεώσεις της ζωής, σε Πλάτ.· ἀποτυγχάνειν τῶν πραγμάτων, αστοχώ στην επιτυχία, σε Ξεν.
2. οι υποθέσεις της πόλης, σε Ευρ. κ.λπ.· τὰ πολιτικὰ πράγματα, σε Πλάτ.· επίσης, τὰ Περσικὰ πράγματα, η περσική δύναμη, σε Ηρόδ.· ἐν ταῖς ναυσὶ τῶν Ἑλλήνων τὰ πράγματα ἐγένετο, σε Θουκ.· καταλαμβάνειν τὰ πράγματα, καταλαμβάνω τη διακυβέρνηση, Λατ. rerum potiri, στον ίδ.· ἔχειν, κατέχειν τὰ πράγματα, στον ίδ.· οἱ ἐν τοῖς πράγμασι, όπως οἱ ἐν τέλει, αυτοί που είναι στην εξουσία ή τελούν σε αξίωμα, άρχοντες, στον ίδ.· οἱ ἐπὶ τοῖς πράγμασι ὄντες, οἱ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, σε Δημ.· νεώτερα πράγματα, καινοτομίες, Λατ. res novae, σε Οράτ.
3. ιδιωτικές υποθέσεις ή περιστάσεις του ανθρώπου, σε Ηρόδ., Αττ.
4. με αρνητική σημασία, ενοχλητική εργασία, ενόχληση, δυσφορία, σε Αριστοφ.· πράγματα ἔχειν, με μτχ., έχω ενοχλήσεις ως προς κάποιο πράγμα, σε Ηρόδ.· πράγματα παρέχειν τινί, προκαλώ σε κάποιον ενόχληση, στον ίδ.· με απαρ., προκαλώ κάποιον να κάνει, τον υποκινώ να ενεργήσει, σε Πλάτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρᾶγμα -ατος, τό, Ion. πρῆγμα en πρῆχμα [πράττω] ding, zaak; daad, handeling voorwerp, ding:; εἰ δή τις ἐξ ἀρχῆς τὰ πράγματα φυόμενα βλέψειεν als men de dingen vanaf de oorsprong in hun natuurlijke ontwikkeling bekijkt Aristot. Pol. 1252a24; τὰ μετέωρα πράγματα de hemelverschijnselen Aristoph. Nub. 228; van pers.. ἦν δὲ μέγιστον πρῆγμα... παρὰ βασιλέϊ hij was een zeer belangrijk figuur bij de koning Hdt. 3.132.2; μέγα πρᾶγμα een belangrijk persoon Men. Sam. 390;... σε συγκαθεῖρξα τοῦτῳ τῷ ἀμάχῳ πράγματι ik heb je opgesloten met dit onweerstaanbaar schepsel Xen. Cyr. 6.1.36; ὁ δῆμός ἐστιν ἀσταθμητότατον πρᾶγμα... καὶ ἀσυνθετώτατον het volk is een hoogst instabiele en hoogst onbetrouwbare factor Dem. 19.136. zaak, feit, gebeurtenis:. πρῆγμα τοιόνδε συνηνείχθη γενέσθαι bij toeval deed zich de volgende gebeurtenis voor Hdt. 5.33.2; τοῦ τὸν πατέρα κατέλαβε πρῆγμα τοιόνδε diens vader was het volgende feit overkomen Hdt. 9.92.2. situatie, toestand:; ποῦ ποτ ’ εἰμὶ πράγματος; in welke situatie bevind ik mij? Soph. Tr. 375; τὸ πρᾶγμ ’ εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη mijn situatie werd zeer onrustbarend Dem. 21.111; meestal plur..; ὁρᾷς τἀμὰ πράγμαθ ’ ὡς ἔχει je ziet hoe mijn situatie is Eur. Alc. 280; τοῖς πράγμασιν τέθνηκα, τοῖς δ ’ ἔργοισιν οὔ niet mijn daden, maar de omstandigheden betekenen mijn dood Eur. Hel. 286; ἐν... ἀγαθοῖς πράγμασι in goede omstandigheden Thuc. 3.82.2; ἀπορῶν τί χρῷτο τοῖς πράγμασι niet wetend hoe hij met de situatie moest omgaan Xen. Hell. 3.5.1; διέκειθ ’ οὕτω τὰ πράγματα de situatie zat zo Dem. 3.7; gezondheidstoestand. Hp. zaak, kwestie:; ἐς μέσον σφι προετίθεε τὸ πρῆγμα hij legde hun de zaak voor Hdt. 1.206.3; σοὶ... καὶ τούτοισι τοῖσι πρήγμασι τί ἐστι; wat heb jij met deze kwestie te maken? Hdt. 5.33.4; ἔξω τοῦ πράγματος εἶναι niet bij de zaak betrokken zijn Dem. 21.15; rechtszaak:. ἐραστὴς πραγμάτων liefhebber van rechtszaken Aristoph. Pax 191. overdr. lastige zaak, probleem, gedoe:. τὸν ποταμὸν πρῆγμα ἂν ἦν μοῦνον ἐπεῖναί σφεων ἐπὶ τὴν χώρην het enige probleem zou zijn, de rivier naar hun eigen land te leiden Hdt. 7.130.2; οὐδὲν πρᾶγμα geen probleem Plat. Grg. 447b; πράγματ ’ ἔχει διερευνώμενος hij heeft problemen bij zijn naspeuringen Plat. Tht. 174b; πράγματα ταῖς γυναιξὶ παρέχειν νεκρὸν λούειν de vrouwen last bezorgen om het lijk te wassen Plat. Phaed. 115a; δῆλον ἦν ὅτι πρᾶγμα τι εἴη het was duidelijk dat er een probleem was Xen. An. 4.1.17. overdr. belangrijke zaak, belang:. εὕρισκε πρῆγμά οἱ εἶναι ἐλαύνειν ὡς δύναιτο τάχιστα ἐπὶ τὰς Σάρδις hij concludeerde dat het zaak voor hem was, zo snel mogelijk naar Sardis op te trekken Hdt. 1.79.1; πρῆγμα ποιήσασθαι het een belangrijke zaak vinden Hdt. 7.150.3; κἀμοὶ οὐδὲν πρᾶγμα en mij interesseert het niet Eur. Med. 451; ὡς... οὐδὲν ὂν πρᾶγμα εἰ... alsof het niet van belang was, als... Plat. Euthyph. 4d; διομνύμενος μηδὲν εἶναι σοὶ καὶ Φιλίππῳ πρᾶγμα zwerend dat er tussen jou en Philippus geen connecties waren Dem. 18.283. spec. plur. politiek of milit. staatszaken, macht, regering, bestuur:; καταλαμβάνεσθαι τὰ πράγματα de macht in handen nemen Hdt. 6.39.1; ἔχειν τὰ πράγματα de macht uitoefenen Hdt. 6.83.1 = πράττειν τὰ πράγματα Lys. 13.60; ook; τῆς πόλεως τὰ πράγματα de staatszaken Aristoph. Lys. 32 = τὰ πολιτικὰ πράγματα Plat. Ap. 31d; οἱ ἔχοντες τὰ πράγματα de machthebbers Thuc. 3.72.2 = οἱ ἐν τοῖς πράγμασιν Thuc. 3.28.1 = οἱ ἐπὶ τοῖς πράγμασιν ὄντες Dem. 9.2 = οἱ ἐπὶ τῶν πραγμάτων Dem. 18.247; τὰ Περσικὰ πράγματα de Perzische macht Hdt. 3.137.2; κοινωνοὶ τῶν πραγμάτων partners in de staatszaken Xen. Hell. 2.3.17; ἐν ταῖς ναυσὶ τῶν Ἑλλήνων τὰ πράγματα ἐγένετο de macht van de Grieken berustte op de vloot Thuc. 1.74.1; δέχεσθαι τὰ πράγματα de leiding krijgen Plut. Pomp. 5.4; regime:. δοκῶν εὐνούστατος εἶναι τοῖς πράγμασι die zeer welwillend scheen te staan tegenover het regime Lys. 12.65. act. handeling, daad:; τὸ πρᾶγμ ’ οὔτε ἔδρασ ’ οὔτ ’ εἶδον ὅστις ἦν ὁ δρῶν de daad heb ik niet begaan en evenmin heb ik gezien wie de dader was Soph. Ant. 239; οἱ... ἀποτυγχάνοντες τῶν πραγμάτων degenen die geen succes hebben in hun ondernemingen Xen. Mem. 4.2.28; ἐκ τῶν ὀνομάτων μᾶλλον ἢ τῶν πραγμάτων liever op grond van woorden dan van daden Dem. 9.15; activiteit, gedrag:; τὸ σὸν τί ἐστί πρᾶγμα; waar houd jij je mee bezig? Plat. Ap. 20c; τὸ τοῦ Σωκράτους πρᾶγμα het gedrag van Socrates Plat. Crit. 53c; τὰ πρὸς βασιλέα πράγματα πράσσειν de onderhandelingen met de koning voeren Thuc. 1.128.3; νεώτερα πράγματα revolutie:. νεώτερα πρήγματα πρήσσειν revolutie maken Hdt. 5.19.2; νεώτερα πράγματα revolutie Lys. 13.6.

Middle Liddell

πρᾶγμα, ιονιξ πρῆγμα, ατος, τό, πράσσω
I. that which has been done, a deed, act, Lat. facinus, Hdt., attic; τῶν πραγμάτων πλέον more than facts, Eur.; τὸ σὸν τί ἐστι τὸ πρ.; what is your work in life? Plat.; γύναιον πρ. ποιεῖν to do a woman's work, Dem.
II. like Lat. res, a thing, matter, affair, Hdt., attic; σφισί τε καὶ Ἀθηναίοις εἶναι οὐδὲν πρ. they had no thing in common, Hdt.
2. anything necessary or expedient, πρῆγμά ἐστι, c. inf., it is necessary, expedient to do, 'tis my duty or business to do, like Lat. opus est, Hdt.
3. a thing of consequence or importance, πρ. ποιεῖσθαί τι Hdt.; of a person, ἦν μέγιστον πρ. Δημοκήδης παρὰ βασιλέϊ he was made much of by the king, Hdt.; ἄμαχον πρ., of a woman, Xen.; ἀσταθμητότατον πρ. ὁ δῆμος Dem.
4. used of a battle, as we say an action, affair, Xen.
5. euphem. for something bad or disgraceful, the thing, the business, Thuc.; Εὐρυβάτου πρᾶγμα, οὐ πόλεως ἔργον his job, Dem.
III. in pl., πράγματα,
1. circumstances, affairs, Hdt., attic; τοῖς πράγμασιν τέθνηκα τοῖς δ' ἔργοισι δ' οὔ by circumstances, not by acts, Eur.; ἀπηλλάχθαι πραγμάτων to be quit of the business of life, Plat.; ἀποτυγχάνειν τῶν πρ. to fail in success, Xen.
2. state-affairs, Eur., etc.; τὰ πολιτικὰ πρ. Plat.:—also, τὰ Περσικὰ πρ. the Persian power, Hdt.; ἐν ταῖς ναυσὶ τῶν Ἑλλήνων τὰ πρ. ἐγένετο Thuc.; καταλαμβάνειν τὰ πρ. to seize the government, Lat. rerum potiri, Thuc.; ἔχειν, κατέχειν τὰ πρ. Thuc.; οἱ ἐν τοῖς πράγμασι, like οἱ ἐν τέλει, those who are in power or office, the ministers, Thuc.; οἱ ἐπὶ τοῖς πρ. ὄντες, οἱ ἐπὶ τῶν πρ., Dem.:— νεώτερα πρ. innovations, Lat. res novae, Oratt.
3. one's private affairs or circumstances, Hdt., attic
4. in bad sense, troublesome business, trouble, annoyance, Ar.; πράγματα ἔχειν, c. part., to have trouble about a thing, Hdt.; πρ. παρέχειν τινί to cause one trouble, Hdt.; c. inf., to cause one the trouble of doing, Plat.