Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπίπονος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἐπίπονος Medium diacritics: ἐπίπονος Low diacritics: επίπονος Capitals: ΕΠΙΠΟΝΟΣ
Transliteration A: epíponos Transliteration B: epiponos Transliteration C: epiponos Beta Code: e)pi/ponos

English (LSJ)

ον,

   A painful, οὖρα f.l. for πέπονα in Hp.Prorrh.59 (ap.Gal.); θάνατοι Phld.Ir.p.30 W.; ἐπιθυμία Epicur.Fr.457; toilsome, laborious, λατρεία S.Tr.829 (lyr.); ἀσχολία, ἄσκησις, φυλακή, Th.1.70, 2.39, 8.11; γῆρας wearisome, Pl.R.329d (but in good sense, ἔργα ἐξειργασμένοι καλὰ καὶ ἐ. Id.Lg.801e, cf. X. Cyr.8.1.29 (Sup.)); βίος ib.2.3.11; μαθήσεις καὶ μελέται Id.Cyn.12.15; ἁμέρα day of sorrow, S.Tr.654 (lyr.): Comp. πρᾶξις -ωτέρα καὶ ἐπικινδυνοτέρα X.An.1.3.19; -ώτερον <ἔργον> οὐκ εἴληφ' ἐγώ Alex. 195; οὐδὲν διαβολῆς ἐστιν -ώτερον Men.576: Sup. παιδεία -ωτάτη Pl. R.450c; τὸ ἐπίπονον toil, X.Cyn.l.c.; τὰ ἐ. Arist.EN1116a14; ἐπίπονόν [ἐστι] τὴν δύσκλειαν ἀφανίσαι 'tis a hard task to... Th.3.58.    2. of persons, laborious, patient of toil, Ar.Ra.1370 (lyr.), Pl.Phdr.229d; also, sensitive to fatigue, easily exhausted, Thphr.Sens.11.    3. of omens, portending suffering, X.An.6.1.23.    II. Adv. -νως with suffering, Hp.Epid.1.1; with difficulty, εὑρίσκεσθαι Th.1.22; ζῆν (opp. τρυφᾶν) Arist.Pol.1265a34; ἐ. καὶ καλῶς τινα θεραπεύειν Isoc.19.11; βιώσεται X.Mem.1.7.2, etc.: Comp. -ώτερον, διακονεῖν Arched.3.8: Sup. -ώτατα, ζῆν X.Cyr.7.5.67.

German (Pape)

[Seite 972] mit Arbeit, Anstrengung verbunden, mühsam, mühselig; ἁμέρα Soph. Tr. 651; λατρεία 826; μόρος O. C. 1557; Eur. Suppl. 84; βίος Lys. 2, 16; im superl., 21, 19; ἔργα καλὰ καὶ ἐπίπονα, schwierig, Plat. Legg. VII, 801 e; καὶ χαλεπόν Rep. II, 364 a; ἄσκησις Thuc. 2, 39; ἀσχολία 1, 70; Folgde. Auch von Menschen, δεινοῦ καὶ ἐπιπόνου ἀνδρός Plat. Phaedr. 229 d, Mühsal erduldend, wie Ar. Ran. 1370. – Bei Xen. An. 5, 9, 23, ὅτι μέγας μὲν οἰωνὸς εἴη, ἐπίπονος μέντοι, Mühsal vorbedeutend. – Adv. ἐπιπόνως, mit Mühe und Anstrengung, εὑρίσκειν Thuc. 1, 22; ἐπιπονώτατα ζῆν Xen. Cyr. 7, 5, 67.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπίπονος: -ον, κοπιώδης, πλήρης ταλαιπωριῶν, λατρεία Σοφ. Τρ. 830· μόρος ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 1561· ἀσχολία, ἄσκησις, φυλακὴ Θουκ. 1. 70., 2. 39· γῆρας Πλάτ. Πολ. 329D· βίος Ξεν. Κύρ. 2. 3, 11· μαθήσεις καὶ μελέται ὁ αὐτ. ἐν Κυν. 12, 15· πλήρης πόνων καὶ θλίψεων, ἐξέλυσ’ ἐπίπονον ἁμέραν Σοφ. Τρ. 654· ἀνιαρός, ἐπιπονώτερον ἔργον μὰ τὸν Διόνυσον οὐκ εἴληφ’ ἐγὼ Ἄλεξ. ἐν «Πρωτοχόρῳ» 1· οὐδὲν διαβολῆς ἐστιν ἐπ. Μένανδ. ἐν Ἀδήλ. 50, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 1. 3, 19: ― σπανίως ἐπὶ καλῆς σημασίας, ἔργα καλὰ καὶ ἐπ. Πλάτ. Νόμοι 801Ε, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 8. 1, 29: ― τὸ ἐπίπονον, τὸ ἐνέχον πόνον, κόπον, ὁ αὐτ. ἐν Κυν. ἔνθ’ ἀνωτ· τὰ ἐπ. Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 3. 7, 13, κ. ἀλλ.: ― ἐπίπονόν ἐστι τὴν δύσκλειαν ἀφανίσαι, εἶναι δύσκολον ἔργον νά…, Θουκ. 3. 58. 2) ἐπὶ προσώπων, ἐπιμελής, ὑπομένων τὴν κόπωσιν, Ἀριστοφ. Βάτρ. 1370, Πλάτ. Φαῖδρ. 229D: ― ὡσαύτως, ὁ μὴ ἀντέχων εἰς κόπωσιν, ταχέως ἐξαντλούμενος, Θεόφρ. π. Αἰσθ. 11. 3) ἐπὶ οἰωνῶν, ὁ προσημαίνων παθήματα, Ξεν. Ἀν. 6. 1, 23. ΙΙ. Ἐπίρρ. -νῶς, Λατ. aegre, Ἱππ. Ἐπιδ. τὸ Α΄, 939, Θουκ. 1. 22· ἐπιπόνως καὶ καλῶς Ἰσοκρ. 386D· βιώσεται Ξεν. Ἀπομν. 1. 7, 2, κτλ. ― Συγκρ. -ώτερον, οὐδεὶς δεδιηκόνηκεν ἐπιπονώτερον Ἀρχέδικος ἐν «Θησαυρῷ» 2. 8. ― Ὑπερθ. -ώτατα Ξεν. Κύρ. 7. 5, 67.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qui coûte de la peine, difficile, pénible : ἐπίπονόν ἐστι avec l’inf. c’est une tâche pénible de ; τὸ ἐπίπονον, τὰ ἐπίπονα tâche pénible, travail, fatigue;
2 en parl. de pers. qui supporte de la peine, laborieux;
3 qui présage du mal;
Cp. ἐπιπονώτερος, Sp. ἐπιπονώτατος.
Étymologie: ἐπί, πόνος.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἐπίπονος, -ον) πόνος
κουραστικός, κοπιαστικός («ἔργα... καλὰ καὶ ἐπίπονα», Πλάτ.)
αρχ.
1. αυτός που προκαλεί πόνο, ο γεμάτος κόπους και βάσανα
2. (για πρόσ.) μτφ. εργατικός, επιμελής («δεινοῡ καὶ ἐπιπόνου καί... εὐτυχοῡς ἀνδρός», Πλάτ.)
3. αυτός που δεν αντέχει μεγάλη κούραση
4. (για οιωνούς) δυσοίωνος, αυτός που προμηνύει κακά
5. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπίπονον
κόπος, μόχθος.
επίρρ...
ἐπιπόνως και -α
1. με κόπο, κοπιαστικά, κουραστικά, δύσκολα
2. μτφ. με επιμέλεια, με φιλοπονία.

Greek Monotonic

ἐπίπονος: -ον, I. επίπονος, κοπιώδης, κουραστικός, σε Σοφ., Θουκ. κ.λπ.· σπανίως, με θετική σημασία, σε Ξεν.· ἐπίπονόν (ἐστι), είναι δύσκολο έργο, σε Θουκ.
2. λέγεται για πρόσωπα, επιμελής, αυτός που υπομένει την κόπωση, ανθεκτικός στην κούραση, σε Αριστοφ.
3. λέγεται για οιωνούς, αυτός που προμηνεύει συμφορά, σε Ξεν.
II. επίρρ. -νως, Λατ. aegre, σε Θουκ., Ξεν.· υπερθ. -ώτατα, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπίπονος:
1) трудовой, полный труда (βίος Lys., Xen., Plut.);
2) трудный, мучительный (ἡμέραι Soph.; πάθος Eur.; μαθήσεις καὶ μελέται Xen., ὠδίς Arst.);
3) тягостный, тяжелый (φυλακή Thuc.; ἐ. γῆρας Plat.): ἐπίπονόν ἐστι τὴν δύσκλειαν ἀφανίσαι Thuc. трудно смыть позор;
4) трудолюбивый, трудящийся (ἀνήρ Arph., Plat.; ἄνθρωπος Plut.);
5) зловещий, предвещающий страдания (οἰωνός Xen.). - см. тж. ἐπίπονον.

Middle Liddell

ἐπί-πονος, ον
I. painful, toilsome, laborious, Soph., Thuc., etc.:—rarely in good sense, Xen.: —ἐπίπονόν [ἐστι] 'tis a hard task, Thuc.
2. of persons, laborious, patient of toil, Ar.
3. of omens, portending distress, Xen.
II. adv. -νως, Lat. aegre, Thuc., Xen.:—Sup. -ώτατα, Xen.