Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προβιά

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

και δ. γρφ. προβειά, η, Ν
1. δέρμα, δορά προβάτου είτε στη φυσική της κατάσταση είτε μετά από κατεργασία
2. (κατ' επέκτ.) δέρμα ζώου, τομάρι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. έχει σχηματιστεί από θ. προβ- του αμάρτυρου αρχ. τ. ονομαστικής πρόβα(ν) του πρόβατα + κατάλ. -έα / -ιά (πρβλ. μηλέα > μηλιά). Για τον σχηματισμό της λ. βλ. και λ. πρόβειος / πρόβιος].